Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013

ΜΑΡΙΕΤΤΑΣ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ

ΓΡΑΦΟΥΣΕΣ ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ ΤΟΝ 19o – ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ

Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΕΥΓΕΝΙΑΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ

(1878-1963)

Μια συμβολή στην ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας

                                                   Παρουσίαση από το Νίκο Σκαρλάτο


Η Συγγραφέας του βιβλίου Μαριέττα Ιωαννίδου, καθηγήτρια στο Rijksuniversiteit,  Πανεπιστήμιο του Croningen της Ολλανδίας. γεννήθηκε στο Σιδηρόκαστρο, όπου  έζησε τα πρώτα παιδικά της χρόνια. Αποφοιτώντας από το εξατάξιο Παλλατίδειο Γυμνάσιο και παίρνοντας το πτυχίο της φιλοσοφικής από το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης εγκαταστάθηκε στην Ολλανδία, όπου διαπρέπει στον Ακαδημαϊκό χώρο.

Το βιβλίο της, όπως αναφέρει στον πρόλογο της, το αφιερώνει στη μνήμη των γονιών της που πρόωρα έχασε και στα παιδιά της Κρίς και Κρίστιαν. Είναι δε μια διατριβή στη μοναχική  πορεία της συγγραφέως προς το διδακτορικό, μετά την αποφοίτηση της από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Η παρουσίαση του, το Μάιο του 2001, συνέπεσε δυστυχώς με τα τελευταία χρόνια λειτουργίας στο Kroningen, του Ινστιτούτου Νεοελληνικών και Βυζαντινών σπουδών.  

Μέσα από τις σελίδες αυτού του βιβλίου ο αναγνώστης αντλεί σημαντικές πληροφορίες για το φεμινιστικό κίνημα και τη γυναικεία χειραφέτηση. Εντύπωση προκαλεί η διαπίστωση της συγγραφέως ότι, στα μέσα της δεκαετίας του 70, η Ολλανδική κοινωνία βρίσκονταν πολύ πίσω από την Ελλάδα σ’ αυτό το θέμα, ενώ στα Ολλανδικά Πανεπιστήμια υπήρχαν ελάχιστες γυναίκες- επιστημονικοί συνεργάτες, που εργάζονταν πυρετωδώς, για τη δημιουργία προγραμμάτων «Γυναικείων σπουδών».

Στο πρώτο μέρος και προτού εστιάσει την προσοχή του αναγνώστη στο έργο της Ευγενίας Ζωγράφου, κάνει μια σύντομη αναφορά στις ελάχιστες πρωτοποριακές φωνές του φεμινιστικού κινήματος στην Ελλάδα. Φωνές που προετοίμασαν το έδαφος στο χώρο του τύπου, της λογοτεχνίας και του θεάτρου, όπου και η Ευγενία Ζωγράφου κινήθηκε, αλλά παραμένουν άγνωστες στο μεγάλο κοινό. Συμπληρώνεται ακόμη με αναφορές στα πρώτα «φιλογύνη» μηνύματα, που συναντώνται σε περιοδικά και εφημερίδες, στους εκδότες και υποστηρικτές της γυναικείας χειραφέτησης, στις πρώτες γυναίκες- εκδότες περιοδικών, στα πρώτα «φιλογυνικά» και παραδοσιακά περιοδικά, με γενικές παρατηρήσεις, αλλά και σε περιοδικά δημοσιεύματα από το 1880 έως το 1946. Γίνεται ακόμη αναφορά σε έντυπα ποικίλης ύλης , σε «αντιχειραφετικά» περιοδικά, σε ημερολόγια και άλλα βραχύβια έντυπα και σε φεμινιστικά περιοδικά στο Μεσοπόλεμο.

Στο τρίτο κεφάλαιο του πρώτου μέρους παρουσιάζει εν συντομία τ’ αποτελέσματα του αγώνα για χειραφέτηση και τα ιδρυθέντα πρώτα σχολεία και παρθεναγωγεία, την είσοδο των πρώτων γυναικών στα Πανεπιστήμια και το δημόσιο βίο της χώρας. Στο τέταρτο επικεντρώνεται στο φεμινισμό και τη λογοτεχνία, με αναφορά στις «χειραφετημένες συγγραφείς» και τις «γράφουσες» Ελληνίδες. Ανάμεσα σ’ αυτές ξεχωρίζει  την Ευανθία Καϊρη, την Ελισάβετ Μουτζάν- Μαρτινέγκου, αλλά και γυναίκες συγγραφείς στα χρόνια μετά την Επανάσταση, όπως η Σωτηρία Αλιμπέρτη, η Αρσινόη Παπαδοπούλου, η Μαρία Π. Μηχανίδου και η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου.

Για τη δράση της Καλλιρρόης Σιγανού –Παρρέν (1861-1940), στην προτομή της οποίας αποφάσισε το 1995 ο Δήμος Αθηναίων να γίνεται ο ετήσιος εορτασμός της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας, κάνει ιδιαίτερη μνεία με αναφορά  σ το συγγραφικό και το θεατρικό της έργο. Η τριλογία της «Τα βιβλία της Αυγής»,  με τη Χειραφετημένη (1900), τη Μάγισσα (1901), το Νέον Συμβόλαιον (1902) και η ιδεολογία της για το φεμινισμό σηματοδοτούν το χάραμα μιας νέας εποχής στις σχέσεις ανάμεσα στα δύο φύλα. Κλείνει επίσης το πρώτο μέρος με τη διαμάχη Ροϊδη «γραφουσών» και αναφορά σε παραλείψεις  γυναικών, που παραλείπει ν’ αναφέρει.

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου ξεκινά με μια εισαγωγή σε ένα αγνοημένο μυθιστόρημα μιας λησμονημένης συγγραφέως, της Ευγενίας Ζωγράφου, με τίτλο « Η Γκούραινα». Στο πρώτο κεφάλαιο  παρουσιάζει την ξεχωριστή αυτή γυναίκα, την Ευγενία Ζωγράφου (1878-1963) και το έργο της. Στο ίδιο επίσης, εστιάζει την προσοχή του αναγνώστη στο μυθιστόρημα της και τη νεοελληνική λογοτεχνία, το πολιτικο-κοινωνικό πλαίσιο της εποχής που γράφτηκε το έργο, τη δομή και την υπόθεση του, με περίληψη κατά μέρη και ολοκληρώνει με μια αναφορά στο (λαϊκό) ιστορικό μυθιστόρημα, στην κατηγορία του οποίου κατατάσσεται και η «Γκούραινα».

Στο πέμπτο τμήμα του ίδιου κεφαλαίου η συγγραφέας, με βάση τις τρείς βασικές αρχές, που πρέπει να  διέπουν τα ιστορικά μυθιστορήματα, αναλύει τη «Γκούραινα», ώστε με βάση τη λογοτεχνική κριτική για το ιστορικό μυθιστόρημα και τις κατηγορίες των ιστορικών μυθιστορημάτων να την κατατάξει σε μια από αυτές.

Σύμφωνα με τις αρχές αυτές αναφέρει η συγγραφέας, με τις οποίες  συμφωνούν οι Έλληνες μελετητές του είδους, για να χαρακτηρισθεί ένα μυθιστόρημα ως ιστορικό πρέπει:
- Οι κεντρικοί του ήρωες να μην είναι σημαντικά ιστορικά πρόσωπα,
- Να γίνεται ρεαλιστική αναπαράσταση του καθημερινού βίου μιας ορισμένης  εποχής και
- Να παρεμβάλλεται  σημαντική χρονική απόσταση  ανάμεσα στο συγγραφέα και τον ιστορικό χρόνο της αφήγησης του.

Με αναφορά στην Ασήμω Λιδωρίκη Γκούμα (Γκούραινα) και απάνθισμα αναφορών στο πρόσωπο της. Με βασικά μοτίβα από το μυθιστόρημα αυτό και το ιδεολογικό του μήνυμα, κλείνει το πρώτο κεφάλαιο του δεύτερου μέρους.

Στο δεύτερο κεφάλαιο αναλύει το παραπάνω μυθιστόρημα από πλευράς αφήγησης και αφηγητή, χρόνου και χώρου, τις βασικές του ιστορίες, τα βασικά του πρόσωπα, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των πρωταγωνιστών και τους ρόλους τους. Αναλύει ακόμη  τους σημαντικούς άξονες, που προσδιορίζουν τα χαρακτηριστικά των βασικών προσώπων του μυθιστορήματος και κάνει γενικές παρατηρήσεις, σχετικά με τα βασικά του πρόσωπα, τις μεταξύ τους προσωπικές σχέσεις, τους συνδετικούς κρίκους, τους πρωταγωνιστές, το φυσικό περιβάλλον και το θέμα της μητρότητας. Εξετάζει επίσης, μερικούς άλλους άξονες, για να κάνει εκτιμήσεις σχετικά με τα πρόσωπα και να καταλήξει στα τελικά συμπεράσματα.

Στο τρίτο κεφάλαιο, μετά από μια σύντομη παράθεση του περιεχομένου των διηγημάτων των δύο τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα κατά τόμο και θεματική ανάλυση, εξετάζει τη σχέση που έχουν ως προς τη θεματική τους και κυρίως την ιδεολογία που πιστεύουν οι ήρωες τους, με αυτήν της «Γκούραινας».
Στο τέταρτο κεφάλαιο γίνεται αναφορά στην κριτική για το έργο της Ευγενίας Ζωγράφου σε μια ιδιαίτερη εποχή, που όπως φαίνεται από τη θέση της γυναίκας στην οικογένεια γενικά και της «γράφουσας με μη γυναικείο τρόπο», ο μισογυνισμός έμοιαζε πολύ πιο φυσιολογικός από το φεμινισμό κατά την έκφραση της Sarah Grand (The New Aspect of the woman Question),  στο New American Review 158 (1894).

Στο πρώτο κεφάλαιο του πέμπτου και τελευταίου μέρους του βιβλίου,  μετά από μια εισαγωγική συνοπτική περίληψη, κάνει αναφορά  στα πρώτα «φιλογύνη» μηνύματα, που συναντούμε σε Εφημερίδες και περιοδικά, στο νεοσύστατο Ελληνικό κράτος. Διαπιστώνει ότι τα πρώτα μηνύματα   προέρχονται  κυρίως από άνδρες και διερχόμενη από τον αγώνα για χειραφέτηση φτάνει στα  πρώτα μηνύματα της γυναικείας χειραφέτησης . Ολοκληρώνει δε, το κεφάλαιο αυτό με αναφορά και πάλι στην Καλλιρρρόη Παρρέν, ως πρωτοπόρο του Ελληνικού φεμινισμού.

Στο δεύτερο κεφάλαιο του ίδιου μέρους γίνεται αναφορά στο λογοτεχνικό χώρο της Ελλάδος, στο τέλος του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα, με αναφορά στο ιστορικό μυθιστόρημα αυτή την περίοδο, στο μυθιστόρημα της Ε. Ζωγράφου «Η Γκούραινα», στα διηγήματα, στα θεατρικά και την κριτική τους και στην Ευγενία Ζωγράφου ως δημοσιογράφο.

Κλείνοντας τη διατριβή της με το Υστερόγραφο και τα Συμπεράσματα της η συγγραφέας, διαπιστώνει ότι στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, όπως και στις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, το γράψιμο, η ιδιότητα του συγγραφέα, εθεωρείτο ασυμβίβαστη με τη γυναικεία φύση.

Το βιβλίο αυτό, που είναι αποτέλεσμα έρευνας πολλών ετών σε σκοτεινές βιβλιοθήκες και σκονισμένα έντυπα αποτελεί ένα σοβαρό βοήθημα για κάθε μελετητή.  Δίνει παράλληλα και το ερέθισμα στους νεότερους να συμπληρώσουν και να εμπλουτίσουν τις γνώσεις μας, για πολλές άλλες σημαντικές, αλλά ξεχασμένες γυναικείες προσωπικότητες αυτής της περιόδου.     

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΛΥΡΙΔΗ

ΜΙΑ ΣΤΟ ΧΑΡΤΙ  ΚΑΙ ΜΙΑ ΣΤΟ ΚΑΛΑΜΑΡΙ

ΣΙΔΗΡΟΚΑΣΤΡΟ 2012

                                                                          Γράφει ο Νικ. Π. Σκαρλάτος
Με ποιητική και λυρική λαλιά, ο Κωνσταντίνος Λυρίδης, τέως διευθυντής του Δήμου Σιδηροκάστρου, ζωγραφίζει, όπως χαρακτηρίζει ο Πλούταρχος την ποίηση του Συμωνίδη, τα συναισθήματά του, για πρόσωπα ή γεγονότα, που σημάδεψαν τη ζωή του.
Μέσα στα 83 ποιήματα της πρώτης του συλλογής ο αναγνώστης θα βρει μια πλούσια ζωγραφική θεματολογία για τα πάθη, τους έρωτες, την αγάπη και τις σχέσεις των ανθρώπων, τους διάφορους χαρακτήρες και τύπους της καθημερινής ζωής, τα βάσανα των κατοίκων της μαρτυρικής πόλης του Σιδηροκάστρου από τις επιδρομές των βορείων γειτόνων, από την απελευθέρωση του 1913 μέχρι τον καταστροφικό πόλεμο και την κατοχή του 1940-45, αλλά και γεγονότα που σημάδεψαν την πρόσφατη κοινωνική ζωή της πόλης μέχρι τη σημερινή χρεοκοπία.
Άλλοτε διεκτραγωδώντας  τις παραπάνω  καταστάσεις και άλλοτε επιχειρώντας να τις σατιρίσει, προκαλεί μια εναλλαγή συναισθημάτων, πετυχαίνοντας να μεταφέρει τον αναγνώστη, όπως ο ίδιος ο ποιητής το επιθυμεί, στην καθημερινότητα της ζωής μιας επαρχιακής πόλης της τελευταίας εκατονταετίας.
Αυτό βέβαια,  καθιστά την ποιητική αυτή συλλογή  επίκαιρη σήμερα, με τη συμπλήρωση των εκατό χρόνων από την απελευθέρωση  του Νομού από τον τουρκικό ζυγό και τη βουλγαρική θηριωδία. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση οφείλει να τη λάβει σοβαρά υπ’ όψη της, όπως και άλλες παρόμοιες, που έχουν γίνει, για να την αξιοποιήσει μέσα στα πλαίσια των εκδηλώσεων που προγραμματίζονται για την εκατονταετηρίδα, σε μια αναδρομή στην καθημερινή ζωή, τον πολιτισμό και τα γεγονότα, που σημάδεψαν την πρόσφατη ιστορία αυτού του Νομού.      

ΕΥΔΟΚΙΑΣ ΦΟΥΡΤΟΥΝΑ- ΚΑΛΑΦΑΤΟΠΟΥΛΟΥ

ΣΕΡΓΙΑΝΙ ΣΤΑ ΜΕΛΕΝΙΚΙΩΤΙΚΑ ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2010

                                                                          
                                                                              Υπό Νικολάου Σκαρλάτου
Η Ευδοκία Φουρτούνα Καλαφατοπούλου, Γραμματέας της Αδελφότητας Κυριών και Δεσποινίδων Μελενοίκου «Η Αρμονία», με  ένα καινούργιο βιβλίο ταξιδεύει τον αναγνώστη μέσα από το Δημοτικό τραγούδι στα μονοπάτια της  λαϊκής παράδοσης του Μελενοίκου, Ακρίτα του Βορρά.
Τα Δημοτικά τραγούδια, μάρτυρες των θρύλων και παραδόσεων του παρελθόντος, έγιναν σύμβολα μιας ηρωικής εποχής,  για να μεταδώσουν στους κατοίκους  του Μελενοίκου, το θριαμβευτικό συναίσθημα και το θάρρος απέναντι στις καταπιέσεις του Τούρκου  δυνάστη και των αλλοεθνών, που περιέβαλαν  τον τόπο τους, στον αγώνα να διατηρήσουν την εθνική τους ταυτότητα και τον Ελληνικό τους πολιτισμό.
Αντηχούσαν όμως το Ελληνικό μεγαλείο  και στις  απόκρημνες καταπτώσεις του Μελενοικιώτικου τοπίου σε κάθε κοινωνική εκδήλωση των κατοίκων της πόλης, σε χαρές και λύπες. Τραγουδημένα με τη ζωντανή γλώσσα του λαού μας,  συντηρούσαν τον Ελληνισμό στις δύσκολες φάσεις της ιστορίας του. Ήταν το υφάδι των στοχασμών και το θεμέλιο της προσευχής σ’ όλες τις φάσεις της ζωής του Έθνους. Μ’ αυτά γεννιούνταν, ζούσαν και ανατρέφονταν οι  Μελενοίκιοι, όπως όλοι οι Έλληνες. Τα έπλαθαν μέσα στην ψυχή τους και οι στίχοι τους εξέφραζαν  μέσα από την καρδιά τους τα συναισθήματα της κάθε στιγμής. Με τα τραγούδια αυτά οι ακριτικοί μας ήρωες πέρασαν τα σύνορα των περιοχών που έδρασαν και υψώθηκαν σε εθνικά σύμβολα ηρωισμού και παλληκαριάς.
Πολιτισμός όμως, είναι μια λέξη συνδεδεμένη στενά με την έννοια της πόλης και την ποιότητα της ζωής των κατοίκων της, η οποία εκφράζεται μέσα από την ποιότητα των σχέσεων τους. Είναι η συνάντηση των κατοίκων της με τη λαϊκή  και πνευματική πολιτιστική της κληρονομιά, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από τα δημοτικά της  τραγούδια. Είναι  έννοια συνδεδεμένη με τη ζωή, τη χαρά, τη λύπη και τις κοινωνικές σχέσεις των κατοίκων της. Έχει άμεση σχέση με την υπέρβαση του ατομοκεντρισμού, του πρωτογονισμού και της υποταγής στα ορμέφυτα του εγωκεντρισμού από τους κατοίκους της.  Συνδέεται στενά με την έννοια, που οι Μελενοίκιοι αποκαλούσαν  «κοινόν», τον καταστατικό χάρτη, ο οποίος αποτέλεσε πανελλήνια πρωτοτυπία και πρότυπο κοινωνικής οργάνωσης και συνοχής, την περίοδο της Τουρκοκρατίας, ξεπερνώντας προφορικά έθιμα και συμφωνίες.  
Η Ευδοκία Καλαφατοπούλου, σύζυγος του Μελενοίκιου στην καταγωγή Ταξίαρχου ε.α Γιώργου Φουρτούνα, κόντρα στη σημερινή σκληρή, αδήριτη και αδυσώπητη πραγματικότητα, αντιδρά μ’ επιμονή σ’ αυτήν και σπεύδει με το βιβλίο αυτό να συναντήσει με πάθος τη λαϊκή πνευματική κληρονομιά της ιδιαίτερης πατρίδας των προγόνων του άντρα της. Ανατρέχει στην αγνή και απαλλαγμένη από σκοπιμότητες λαϊκή παράδοση, για να φρεσκάρει ποιητικά την ιστορική μας μνήμη με τον μελωδικό αέρα των Μελενοικιώτικων  Δημοτικών τραγουδιών.  Τον αέρα μιας πόλης, ο οποίος κάνει τον άνθρωπο ελεύθερο.
Μέσα από μαρτυρίες και εμπεριστατωμένη έρευνα σε αρχεία και βιβλιοθήκες,  καταγράφει και αναλύει με ιστορικά στοιχεία, τους πόθους , τα πάθη και τους καημούς των σκλαβωμένων ραγιάδων του Μελενοίκου, συνεχιστή της Βυζαντινής Μακεδονικής και Θρακιώτικης παράδοσης. Τραγούδια ιστορικά, της ξενητιάς και της αγάπης. Παραλογές (μυθικά), γνωμικά, σατιρικά και χορευτικά. Της γέννησης (νανουρίσματα, ταχταρίσματα, παιδικά), του γάμου και του θανάτου (μοιρολόγια). Γιορταστικά των Χριστουγέννων, της Αποκριάς και των Θεοφανείων, των Απόκρεω και των Αγίων Θεοδώρων, του ερχομού της άνοιξης (1η Μαρτίου – Χελιδονίσματα), Πασχαλινά του Λαζάρου, των Βαϊων και της Μ. Παρασκευής, της πρωτομαγιάς και των εθίμων του Κλήδονα και Ντουντουλέ. Τραγούδια επίσης του τρύγου, της αγροτιάς, της εργατιάς και του αργαλειού, αντηχούσαν μελωδικά στις γειτονιές της γραφικής Ελληνικής πόλης του Μελενοίκου, με τα πλούσια αρχοντικά, τις πολλές εκκλησιές και τους ευώδεις οίνους.
Υπάρχουν αξίες που δεν καθιερώθηκαν, αλλά δεν υπάρχει καθιέρωση χωρίς αξία! Η Ευδοκία Καλαφατοπούλου, κατέκτησε επάξια με το σύγγραμμα αυτό τον τίτλο της  Μελενοίκιας λαογράφου και τιμά ιδιαίτερα τον άντρα της, το Γιώργο Φουρτούνα, ο οποίος για εμάς που τον γνωρίζουμε αποτελεί όχι μόνο πρότυπο βιοπάλης, αλλά και κοινωνικής προσφοράς. Οφείλουμε όμως να τον προβάλλουμε και στα παιδιά μας, τα οποία μεγαλωμένα μέσα στον παραισθησιογόνο ευδαιμονισμό και την ήσσονα προσπάθεια δεν είναι σε θέση ν’ αναγνωρίσουν αρχές και αξίες.
Σήμερα, που η έννοια της κοινότητας καταρρέει και τα αιτήματα των ανθρώπων συνεχώς αυξάνουν, ξεπερνώντας το κοινό συμφέρον, το βιβλίο αυτό αποτελεί μια όαση δροσιάς και ένα ταξίδι σε μια άλλη εποχή, πολύ διαφορετική από τη σημερινή. Οι ιδέες και οι παραδόσεις σε πείσμα των καιρών θα παραμείνουν οι δεξαμενές, που θα τροφοδοτούν με αρετές  την εθνική μας προσωπικότητα και θα μας προστατεύουν από τη θανάσιμη για τα έθνη αποκοπή μας από το ιστορικό μας παρελθόν. Είναι δυνάμεις που μας επιτρέπουν να συνειδητοποιούμε την εθνική μας μοναδικότητα, ν’  ανανεώνουμε τα πεπρωμένα μας και να ξαναγαπούμε τον εαυτό μας.  Ας έχουμε λοιπόν υπ’ όψη μας ότι χειρότερη από το θάνατο είναι η απώλεια της μνήμης.



ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΑΘΙΟΥΔΑΚΗ

Αναζητώντας τη μπλε θεά

ΧΑΝΙΑ 2010

                                                           Παρουσίαση από το Νίκο Σκαρλάτο
Με ένα μυθιστόρημα, του οποίου η πλοκή εκτυλίσσεται ανάμεσα στο Σιδηρόκαστρο, την Αθήνα, τα Χανιά και τη Ν. Υόρκη, ο  ταξίαρχος ε.α και πολιτικός μηχανικός, Δημήτρης Μαθιουδάκης, μας μεταφέρει  μέσα από πραγματικές καταστάσεις, σε συναισθήματα, που φαίνεται να κλονίζουν τον ψυχικό κόσμο του Άρη, πρωταγωνιστή της ιστορίας του. Μέσα από πραγματικά γεγονότα, που σημάδεψαν την ιστορία της χώρας τα τελευταία εβδομήντα χρόνια, πλάθει με τη βοήθεια του μύθου σενάρια, που διαταράσσουν  την ψυχική του ηρεμία του και τον οδηγούν σε φαντασιώσεις. Φαντασιώσεις που ορθώνουν ένα φράγμα και εμποδίζουν τη Σοφία, τη «μπλε θεά», τη γυναίκα που πραγματικά ερωτεύτηκε, ν’ απομακρυνθεί από κοντά του επί δεκαετίες ολόκληρες, μετά τον τραγικό της θάνατό σε αεροπορικό δυστύχημα και να την επαναφέρουν διαρκώς στη μνήμη του, με τρόπους αρρωστημένους. Κάτω όμως από τις έμμονες ιδέες και ένοχές, που  διαφοροποιούν ανάλογα τη στάση και τη συμπεριφορά του πρωταγωνιστή,  θα διαπιστώσει ο αναγνώστης ότι, τα πραγματικά γεγονότα, όπως αυτά ιστορούνται στην εξέλιξη του μύθου, δεν είναι κατ’ ανάγκη απαραίτητο να έχουν αντίκρισμα στη ρεαλιστική πραγματικότητα. 
                                           
Με την αναφορά στα πραγματικά γεγονότα, που σημάδεψαν τη νεότερη Ελληνική ιστορία, πετυχαίνει ο συγγραφέας, να συνδέσει τον ήρωα του μ’ αυτά και να σκιαγραφήσει με πολύ επιδέξιο τρόπο, που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, την προσωπικότητα του πρωταγωνιστή του και των προσώπων, που τον πλαισιώνουν.
Η μυθιστορία χωρίζεται σε τρία μέρη. Αναφέρεται σε τρεις περιόδους, που συνδέονται ενδεχομένως και με προσωπικά βιώματα του συγγραφέα. Τα πρόσωπα της μυθιστορίας είναι μέλη μιας φιλικής συντροφιάς, που δημιουργείται στο Σιδηρόκαστρο, όταν ο λοχαγός του Μηχανικού Άρης Αυγουστής,  αποφοιτώντας από το πολυτεχνείο, μετατέθηκε το 1969 στην πόλη, για την επίβλεψη εργασιών συντήρησης και αξιοποίησης των οχυρών στην περιοχή. Στο ακριτικό, για τα δεδομένα της εποχής εκείνης Σιδηρόκαστρο, συναντά τον παιδικό του φίλο από τα Χανιά, καθηγητή της Φυσικής Παύλο Αρώνη, ο οποίος λόγω των πολιτικών του φρονημάτων και της κατάστασης, που επικρατούσε «τότε», όπως και ο τίτλος του 1ου μέρους, μετατέθηκε με δυσμενή μετάθεση στο Γυμνάσιο της πόλης. Στην ίδια πόλη γνωρίζει και τον παπά Δημήτρη, φίλο του Παύλου με Κρητικές ρίζες, ο οποίος γίνεται για τους δύο παιδικούς φίλους και ιδιαίτερα για τον Άρη, το αόρατο στήριγμα του ορατού παπά, που έχει την ικανότητα να μεταφέρει χωρίς κόπο στους άλλους, την ξεκάθαρη του πίστη και το προσόν να μαλώνει πολλές φορές τους φίλους του, χωρίς αυτοί να θυμώνουν. Στη Μονάδα, που τοποθετήθηκε ο Άρης  συναντά  επίσης, το συνάδελφο και παλιό του φίλο   Βάσο Δημόπουλο, ο οποίος μαζί με τη μέλλουσα γυναίκα του την Έλλη,  βγάζουν πολλές φορές τον κεντρικό ήρωα από τα συναισθηματικά του αδιέξοδα.
Στο πρώτο μέρος, στο «τότε» ο συγγραφέας, εκτός από την αναφορά στα παιδικά βιώματα στα Χανιά κατά τη Γερμανική κατοχή, των δύο φίλων,  Άρη Αυγουστή και Παύλου Αρώνη, που στέρησαν από τον πρώτο την πατρική παρουσία, καταγράφει με λυρικό τρόπο, τα συναισθήματα του «πρωταγωνιστή» του, από την πρώτη ώρα της άφιξης του με το τρένο στο Σιδηρόκαστρο. Οι πρώτες εντυπώσεις προδιαθέτουν τον επισκέπτη και διαμορφώνουν ανάλογα τη διάθεσή του. Η ξεχασμένη πινακίδα που έγραφε το όνομα της πόλης και μια πόλη αόρατη, όπως την περιγράφει, από την απόσταση, τα δέντρα και το δειλινό, που κανένα ταξί δεν παρουσιάζονταν, για να μεταφέρει τους φορτωμένους ταξιδιώτες στο Σιδηρόκαστρο, ένα χιλιόμετρο τουλάχιστον πιο πάνω, ήταν οι πρώτες αρνητικές εικόνες από τη νέα του μετάθεση.
Ο αιφνιδιασμός του, όταν φθάνοντας στην πλατεία της πόλης, είδε για πρώτη φορά το λόφο με τον τεράστιο βράχο, που κρέμονταν κυριολεκτικά πάνω από τον κεντρικό δρόμο, η δυσκολία του να βρει ξενοδοχείο και οι σκέψεις του ότι θα ζούσε για κάποια χρόνια στο μέρος αυτό, οι συνέπειες που θα είχε η πολιτική ανωμαλία στην πατρίδα του, η άσχημη οικονομική του κατάσταση, ο πατέρας του, που είχε φύγει τόσο νωρίς από ένα βλήμα, η πρώην γυναίκας του, που ήταν ένα βλήμα και οι υποχρεώσεις του στη νέα του μονάδα, ήταν αυτά που τον βασάνιζαν την πρώτη βραδιά και δεν τον άφηναν να κοιμηθεί. Ο ύπνος είναι η ξεκούραση των ήρεμων και το μαρτύριο των ανήσυχων υποστηρίζει ο συγγραφέας.
 Η απογοήτευση που νιώθει, όταν την άλλη ημέρα το πρωί ψάχνοντας για σπίτι,  τον σταμάτησε ο αστυνομικός με τη μηχανή και του ζήτησε ταυτότητα. Η συγγνώμη που του απηύθυνε, όταν έμαθε το λόγο της παρουσίας του στην πόλη και η βοήθεια που του προσέφερε να βρει σπίτι, ο αντιπαθητικός ιδιοκτήτης και η πρώτη του συνάντηση με τον ιερέα το φίλο του Παύλου, δημιουργούν ποικίλα συναισθήματα στον Άρη, για το νέο περιβάλλον, στο οποίο έπρεπε να προσαρμοστεί.
Τα προβλήματα εκείνη την περίοδο για την εξεύρεση στέγης, που να ικανοποιεί βασικές ανάγκες ήταν πράγματι μεγάλα. Η απόσταση επίσης του σπιτιού από το στρατόπεδο και η ανάγκη της αγοράς ενός μικρού οχήματος, που θα προσέφερε τη δυνατότητα μιας απομάκρυνσης από τα καθημερινά προβλήματα και μιας διασκέδασης, ήταν οι πρώτες σκέψεις, οι οποίες με νομοτελειακή αλληλουχία στριφογύριζαν στο μυαλό του, για τη βελτίωση του επιπέδου της ζωής στην ακριτική πόλη.
Η μητέρα του, η μικρή του κόρη και η ζεστασιά  της όμορφης παρέας, που άρχισε σταδιακά να γίνεται πιο στενή,  συμπληρώνουν το κενό που άφησε στην ψυχή του νεαρού λοχαγού η απώλεια του πατέρα του από τη βόμβα Αγγλικού αεροπλάνου κατά τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής και ο πρόσφατος χωρισμός του, λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων με την γυναίκα  του, η οποία δεν μπορούσε να προσαρμοστεί στη ζωή του αξιωματικού. Του άφησε όμως ένα αγγελούδι, του οποίου δεν διεκδίκησε την επιμέλεια και ήταν ένα θαυμάσιο δώρο για τη μητέρα του, την κυρία Ευτυχία, που τον ακολουθούσε στις μεταθέσεις του.
Η Κλαίρη, η μικρή κόρη του Άρη, είναι το πρόσωπο της μυθιστορίας, που απαλύνει την αγωνία του πατέρα της και τον βοηθά να ισορροπήσει ψυχολογικά, όταν στη ζωή του εμφανίζεται η «μπλέ θεά». Ήταν η Σοφία, η αδελφή του παιδικού του φίλου Παύλου Αρώνη, που ήλθε στο Σιδηρόκαστρο να επισκεφθεί τον αδελφό της, μαζί με τον Τζών, συνάδελφο της  στη Σχολή Καλών Τεχνών του Πολυτεχνείου. Η φιλία και ο έρωτας κορυφώνουν την αγωνία  του πρωταγωνιστή του μύθου, ο οποίος προσπαθεί να ισορροπήσει ψυχολογικά. Η παρέμβαση του Βάσου Δημόπουλου στην φιλική συνάντηση στο σπίτι του Άρη με τα εδέσματα της κ. Ευτυχίας της μητέρας του, άνοιξε το δρόμο για μια σχέση και έναν αρραβώνα των δύο νέων, που ενέκρινε η μικρή κόρη του Άρη, η Κλαίρη, η οποία έβλεπε στο πρόσωπο της Σοφίας της όμορφης «μπλέ θεάς», τη νέα της μητέρα.
Από την πρώτη όμως στιγμή εμφανίστηκαν τα πρώτα προβλήματα όχι τόσο στη σχέση των δύο νέων, όσο, λόγω των φρονημάτων της οικογένειας του Παύλου Αρώνη, που καθιστούσαν απαγορευτική την έκδοση  άδειας γάμου, για έναν αξιωματικό εκείνη την εποχή. Τα προβλήματα αυτά, που αρχίζουν ν’ απομακρύνουν της Σοφία από κοντά του,  οδηγούν τον Άρη στην απόφαση να θυσιάσει με κάθε τρόπο την καριέρα του, για να παντρευτεί  τη «μπλέ θεά», όπως την έλεγαν οι συμφοιτητές της. Εκτός από την ομορφιά της, αγαπούσε και το μπλέ μαρέν, χρώμα, με το οποίο είχε συνεχώς πασαλιμμένα τα χέρια της, γι’ αυτό και της έδωσαν αυτό το όνομα.
Η ανοησία βέβαια την περίοδο εκείνη έφθανε σε τέτοιο βαθμό, που εκτιμούσαν τον άνθρωπο όχι από το χαρακτήρα του και τη μόρφωσή του, αλλά από τα πολιτικά του φρονήματα. Οι συναναστροφές, σύμφωνα με τη λαϊκή ρήση, «πες μου το φίλο σου να σου πω ποιος είσαι», καθόριζαν την εξέλιξη και τη σταδιοδρομία του κάθε πολίτη, όπως άλλωστε σε μικρότερο βαθμό συμβαίνει και σήμερα με τα κόμματα.  Ο Παύλος, αδελφός της Σοφίας, λόγω της κοινωνικής του σχέσης με το Φώτη Πολύζο, φαρμακοποιό  στο Σιδηρόκαστρο, του οποίου η σύζυγος κατάγονταν από το Ρέθυμνο και ήταν χουντικός, αν και διαφωνούσαν πολλές φορές μαζί, είχε λάβει πιστοποιητικό νομιμοφροσύνης, επειδή έκανε παρέα με πιστούς στην επανάσταση πολίτες.  Στην παρέα τους συμμετείχαν ενίοτε  ο πολυάσχολος  Δήμαρχος  της πόλης και ο παπά Δημήτρης, που σύχναζαν στο φαρμακείο,  αλλά ο Άρης πολύ λίγες φορές βρέθηκε μαζί τους.
Για την αδελφή του Παύλου, τη Σοφία, υπήρχαν αντιρρήσεις από την υπηρεσία του. Από το επιτελείο ανέθεσαν στο διοικητή του Άρη να τον προειδοποιήσει ότι, εάν δεν άλλαζε τις πολιτικές απόψεις της μέλλουσας συζύγου του και δεν την απομάκρυνε από το περιβάλλον του κ. Τζών, δεν θα του χορηγούνταν η απαραίτητη για τους αξιωματικούς άδεια γάμου και όλα αυτά έπρεπε να γίνουν άμεσα.
Οι καταστάσεις που ακολουθούν βγάζουν εκτός εαυτού το λοχαγό, τον οποίο συμπαρίσταται στη συναισθηματική του αυτή φόρτιση ο συνάδελφος τους, Βάσος Δημόπουλος. Μέσα από τη λογοτεχνική περιγραφή που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον θα βρει ο αναγνώστης και προσωπικά του ακόμη βιώματα από μια εποχή, που σημάδεψε την κοινωνική ζωή των κατοίκων αυτής της χώρας, αλλά πολύ περισσότερο των ίδιων των αξιωματικών.
Στις 8 Δεκεμβρίου του 1969, τρία ακριβώς χρόνια μετά το πολύνεκρο ναυάγιο του «Ηρακλείου» στη Φαλκονέρα μια νέα τραγωδία ήλθε να σφραγίσει τη χρονιά αυτή. Αεροπλάνο της «Ολυμπιακής», που προέρχονταν από τα Χανιά παρασύρθηκε από την κακοκαιρία και προσέκρουσε σε λόφο κοντά στην Κερατέα, στις 20.50 το βράδυ. Η καταχνιά του θανάτου σκέπασε την άλλη μέρα το πρωί το Σιδηρόκαστρο…..
Η μπλε θεά, που είχε πάει να επισκεφθεί τους γονείς της στα Χανιά ήταν μέσα στο μοιραίο αεροσκάφος. Η ανάγνωση του σημειωματάριου της, το μόνο που βρέθηκε στην τσάντα της, συγκλόνισε τον Άρη. «Είναι αλήθεια πως χρειάστηκα μήνες για ν’ αποφασίσω, έγραφε μεταξύ των άλλων, αλλά η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα είναι γεγονός που με επηρεάζει…. Ξέρω πως η ιδανική λύση θα ήταν να έπεφτε η χούντα και έτσι να μην υπήρχε το μοναδικό εμπόδιο… Η λύση είναι να παντρευτούμε…. αύριο».
Εναλλασσόμενα συναισθήματα μετά το τραγικό αυτό συμβάν, επισπεύδουν τις αποφάσεις του Άρη, για εκδίκηση κατά της χούντας, την οποία θεωρούσε υπεύθυνη για το θάνατο της αγαπημένης του, η οποία τον ακολουθεί σε όλη την υπόλοιπη ζωή του.
Μετά την αποστρατεία του κεντρικού ήρωα, που κατάφερε να την πετύχει επικαλούμενος ψυχολογικούς λόγους, το σκηνικό μεταφέρεται στην Αθήνα, όπου ο πρώην λοχαγός Άρης Αυγουστής ασκεί το επάγγελμα του πολιτικού μηχανικού. Συναντά τον Τζών το φίλο της Σοφίας, ο οποίος τον στηρίζει στα πρώτα του βήματα και αυτός τον βοηθά στην οργάνωση της ομάδας «Αγιάννη», από το όνομα του Τζών, με την οποία συμμετέχουν στην εξέγερση του Πολυτεχνείου. Με όσα βέβαια πραγματικά περιστατικά αναφέρει ο συγγραφέας, για την παρουσία στον περίβολο του ιδρύματος χαμηλόβαθμων αξιωματικών του στρατού με πολιτικά, μερικούς εκ των οποίων αναγνωρίζει ο Άρης, φωτίζεται και μια άλλη πτυχή αυτής της εξέγερσης, που επιβεβαιώνει όσους υποστηρίζουν την εκδοχή της προβοκάτσιας από τον Ιωαννίδη, για την ανατροπή του Παπαδόπουλου και την επιβολή των Αμερικανικών σχεδίων στο Κυπριακό.
Μετά τα γεγονότα που ακολούθησαν και την εξέγερση στο Πολυτεχνείο, που οδήγησαν τη χώρα σε μια άλλη χούντα πιο σκληρή και πιο αποφασιστική, η οποία με το πραξικόπημα στην Κύπρο, προκάλεσε την Τουρκική εισβολή και τη μεταπολίτευση στην Ελλάδα, εγκαθίσταται όλη η παρέα του Σιδηροκάστρου  στα Χανιά. Εκεί μεταφέρονται και οι επιχειρηματικές δραστηριότητες του Άρη Αυγουστή, ο οποίος παραδίδει πλέον το τεχνικό του γραφείο στην Κλαίρη, την κόρη του, η οποία τελείωσε την αρχιτεκτονική. Τα μέλη της παρέας του Σιδηροκάστρου,  βιώνοντας το «μετά»,  ζουν με τις αναμνήσεις και τις εμπειρίες από την εποχή της ηλιακής τους ωρίμανσης, μέσα από καινούργιες καταστάσεις, που συνεχίζουν να προκαλούν τον ψυχικό κόσμο του πρωταγωνιστή της ιστορίας. Μέσα από τις καταστάσεις αυτές τα παιδιά των μελών της παρέας βρίσκουν το δικό τους δρόμο και συμβάλλουν με το δικό τους τρόπο να βρει και ο Άρης την ψυχική του ηρεμία, την οποία βρίσκει μετά από το δεύτερο του ταξίδι στη Ν. Υόρκη.
Επικαλούμενος και το προλογικό σημείωμα στο βιβλίο, από τον Ιωάννη Απόστολου Γιαννουδάκη, θα συμφωνήσω πράγματι ότι ο αναγνώστης στα τρία μέρη του βιβλίου, διακρίνει καθαρά την αγωνία του «πρωταγωνιστή» του μύθου να ισορροπήσει ψυχολογικά και  να κατακτήσει βαθμιαία την ψυχική του ωριμότητα, με ισοδύναμα και αποκλειστικά του στηρίγματα τη φιλία και τον έρωτα. Μια ωριμότητα, η οποία λείπει απ’ την προσωπική του συνιστώσα, όπως καθαρά διαφαίνεται από την εξέλιξη γεγονότων σκέψεων και προθέσεων στο πρώτο και δεύτερο μέρος.
Ο αναγνώστης για να κατανοήσει την πρόθεση του συγγραφέα, οφείλει να ψάξει πέρα και πάνω από τα επί μέρους, την αιτιολογία τους και τη φαινόμενη πραγματικότητα τους. Να εμβαθύνει στην ψυχοσύνθεση του «πρωταγωνιστή», όπως αυτή συνεχώς ελίσσεται και διαμορφώνεται κάτω και μέσα απ’ τις συνθήκες της καθημερινότητάς του, ώστε να εντοπίσει και να αξιολογήσει τα στηρίγματα, τα οποία αυτός αναζητά και από τα οποία εξαρτά την ψυχική του ισορροπία.
Ακολουθώντας τον πρωταγωνιστή  Άρη Αυγουστή, στον ανορθόδοξο δρόμο προς την ψυχική του ωρίμανση και την κατάκτηση της πνευματικής του πληρότητας, μέσα από την όλη πλοκή αυτού του μυθιστορήματος, θα διαπιστώσουμε ότι η παρουσία του Τέλη και η απωθητική συμπεριφορά  του νεαρού φοιτητή, που γνώρισε ο Άρης πριν από την εξέγερση ακόμη του πολυτεχνείου στην Αθήνα, ήταν αυτή που δημιούργησε το φράγμα στο μυαλό του και εμπόδιζε τη μπλε θεά ν’ απομακρυνθεί από τη σκέψη του, για να ερωτευτεί πραγματικά μια άλλη γυναίκα.
Το μυθιστόρημα αυτό είναι ένας ύμνος στον έρωτα και τη φιλία, αλλά μέσα από τις σελίδες αυτού του βιβλίου αναδεικνύεται και μια πραγματική συνιστώσα. Είναι οι μνήμες και αναμνήσεις του πρωταγωνιστή και των ηρώων της ιστορίας, οι οποίοι συνέδεσαν ένα μέρος της ζωής τους με το Σιδηρόκαστρο, διατηρώντας, όπως φαίνεται τις καλλίτερες των αναμνήσεων, από μια άλλη βέβαια σκοτεινή εποχή, τελείως διαφορετική από τη σημερινή.

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΡΟΥΠΕΛ

ΣΥΜΒΟΛΟ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΩΝ

                                                                                             Γράφει ο Ν. Σκαρλάτος
Η κάτω κοιλάδα του ποτ. Στρυμόνα ή Ρουπελίου, από τον 6ο μ.Χ αιώνα αποτελούσε τη σπουδαιότερη πύλη εισόδου του Βυζαντίου από βορρά προς νότο. Από τον Βυζαντινό χρονογράφο Κεδρηνό Γεώργιο, ο οποίος έγραψε περί τα τέλη του 11ου αι. ή αρχές του 12ουαι. μ.Χ τη «Σύνοψη Ιστοριών», την ιστορία του τότε γνωστού κόσμου από κτίσεως μέχρι την άνοδο στο θρόνο του Ισαακίου Κομνηνού (1057 μ.Χ), αλλά και από τον Γάλλο ιστορικό και αρχαιολόγο (1844-1929) Γουσταύο Σλουμπερζέ,   αναφέρεται ως Κίμπαλουγκ, (Κίμπα Λόγγος). 
Ο Βυζαντινός  ιστορικός, Γεώργιος Ακροπολίτης, στην ιστορική συγγραφή των γεγονότων της περιόδου του Βασιλείου Βουλγαροκτόνου (11ος  μ.Χ αιώνας), περιγράφοντας την κάτω κοιλάδα του Στρυμόνα,  την αναφέρει ως κοιλάδα του Ρουπελίου «… επείπερ επέπτυστο εις την του Ρουπελίου δυσχωρίαν , καθ’ ην ο ποταμός Στρυμών ρεί δυσί συγκλειόμενος όρεσιν, ως μόλις άμαξαν δια ταύτης έρχεσθαι….». Το όνομα επίσης Ρούπελης, συναντάται και σε Μεσαιωνικό κάστρο της Αρκαδίας.
Τη σημερινή οροθετική γραμμή μεταξύ της Ελλάδος και της Βουλγαρίας, χαραγμένη πάνω σε χάρτη κλίμακας 1:200.000 του Αυστριακού Επιτελείου, την ορίζουν το  άρθρο 5 και το προσαρτημένο στη Συνθήκη του Βουκουρεστίου πρωτόκολλο της 17ης Αυγούστου 1913. Οι χάρτες βέβαια, που χρησιμοποιούσε την περίοδο αυτή το Στρατηγείο των δύο Βαλκανικών πολέμων, ήταν κυρίως ανατυπώσεις αντίστοιχων ξένων, γι’ αυτό και πολλά τοπωνύμια, μέχρι να ολοκληρωθούν οι τοπογραφικές εργασίες από τη Γεωγραφική Υπηρεσία του Στρατού και να εκδοθούν οι αντίστοιχοι Ελληνικοί, διατηρήθηκαν ως τα τέλη της δεκαετίας του 1960, με τις Τουρκικές ή Φράγκικες ονομασίες τους.  Το όνομα π.χ του υψώματος Ουσσίτα μπροστά από το Ρούπελ, έχει Ουγγρική ρίζα, ενώ το  Μπέλλες είναι πρώτο συνθετικό  του Μπέλλα Ζίτσα ή Μπελαβίστα (όμορφο βουνό), όπως αναφέρουν το βουνό ο Κεδρηνός και ο Σλουμπερζέ. Ο Ακροπολίτης, το αποκαλεί Βαλαθίστα και οι Τούρκοι το έλεγαν Σουλτανίτσα.
Η οχύρωση των νέων συνόρων από τον Ελληνικό στρατό, με την κατασκευή ενός συστήματος ανασχετικών οχυρών, που απαγόρευαν κάθε Βουλγαρική κίνηση προς νότο, άρχισε αμέσως μετά την υπογραφή της συνθήκης του Βουκουρεστίου και των όρων που προβλέπονταν απ’ αυτήν.  Γιατί όμως δόθηκε η ονομασία Ρούπελ, με τη Γερμανόφωνη κατάληξη (ελ), στο ομώνυμο ανασχετικό οχυρό, αντί της Ελληνικής Ρουπελίου;
Kimbο σημαίνει κυρτός ή καμπύλος και  Κίμπα-λουγκ κυρτός ή βαθύς λόγγος. Κιμπρική όμως ή Κιμβρική (Εγκυκλ. Λεξικό Ηλίου), ονομάζονταν κατά την αρχαιότητα και η στενή χερσόνησος της Ιουτλάνδης  (Γιουτλάνδης) και Σλέσβιγκ –Χολστάϊν, που ανήκε παλαιότερα ολόκληρη στη Δανία. Οι Κίμβροι - Κίμπροι ή Γίγαντες, ήσαν  οι ιστορικοί κάτοικοι αυτής της χερσονήσου, οι οποίοι θεωρούσαν ως γεννήτορά τους και θρυλικό τους ηγεμόνα τον κοινό Θεό των Βορείων Οντίν ή Βουτάν. Πιεζόμενοι από τους Σκανδιναβούς και άλλους βόρειους λαούς ή πιθανόν αναγκασθέντες να μεταναστεύσουν, λόγω των μεγάλων ορμητικών πλημμυρών, που κατέκλυσαν τη χώρα τους, κατήλθαν περί τα μέσα του 2ου π.Χ αιώνα προς νότο, αναζητούντες νέα χώρα προς εγκατάσταση. Ενωθέντες με τους ομόφυλους τους Τεύτονες, υπήρξαν οι πρώτοι, που αποτέλεσαν σοβαρό κίνδυνο και υπολογίσιμη απειλή για τους Ρωμαίους. Στην ιστορία εμφανίζονται από το 115 π.Χ , όταν επιχείρησαν να εγκατασταθούν στη σημερινή Γερμανία, παραγκωνίζοντας τους Κέλτες, οι οποίοι κατείχαν τότε τις κεντρικές και νότιες περιοχές αυτής της χώρας. Όταν κυριάρχησαν στη Σκανδιναβική χερσόνησο και αφού λαφυραγώγησαν τις χώρες του Καρλομάγνου, επιτέθηκαν κατά των Αράβων και έφθασαν μέχρι την Καλσρούη.  Μετά την επιδρομή τους κατά της Αγγλίας ίδρυσαν μαζί με τους Νορβηγούς το δουκάτο της Νορμανδίας. Όταν όμως προσέκρουσαν στην αντίσταση των Βοϊων, των κατοίκων της σημερινής Βοημίας, κινήθηκαν κατά μήκος  της κοιλάδας του Δουνάβεως, όπου συγκρούστηκαν με τα εγκατεστημένα σ’ αυτήν φύλα. Αναγκάστηκαν δε να κατευθυνθούν ακόμη νοτιότερα και να εμφανισθούν στη Ρωμαϊκή Επαρχία του Νωρικού, τη σημερινή Καρινθία στη νότια Αυστρία. Ο Πλούταρχος στο «Βίο του Μαρίου», εφιστά την προσοχή επί των χαρακτηριστικών τους, τους οποίους περιγράφει ως υψηλού αναστήματος με κυανούς οφθαλμούς, ενώ άλλοι ιστορικοί τους περιγράφουν ως σκληραγωγημένους πολεμιστές, που υπέμεναν τις κακουχίες, την κόπωση, το ψύχος και τα χιόνια.  Επετίθεντο μάλιστα κατά του εχθρού με βοή, την οποία ενίσχυαν οι φωνές των παιδιών.
Το 1065 μ.Χ  εμφανίζονται για πρώτη φορά στην κοιλάδα του Ρουπελίου οι τουρκικές ορδές των Κουμάνων (Ούζων ή Οζούγων) και το 1185 μ.Χ κυριεύθηκε όλη η περιοχή του Ν. Σερρών για πέντε χρόνια από τους Νορμανδούς.  Μετά τη Δ΄ Σταυροφορία 1204 μ.Χ και μέχρι το 1383 μ.Χ, που κατελήφθη οριστικά η Μακεδονία από τους Τούρκους, περιέρχονταν η περιοχή σε διάφορα Φραγκικά και γειτονικά φύλα.
Στους εθνολογικούς πίνακες της επιτελικής υπηρεσίας του Ελληνικού Στρατού, που συντάχθηκαν πριν από τους Βαλκανικούς πολέμους και σ’ αυτούς που συντάχθηκαν τον Αύγουστο του 1915, ο οικισμός εντός της κοιλάδας αναφέρεται ως Ρουπέλι στην Ελληνική γλώσσα και Ρούπελ στη Γαλλική.
Το 1916, τρία χρόνια μετά τη λήξη των Βαλκανικών πολέμων, το ανασχετικό οχυρό αναφέρεται από τις Ελληνικές εφημερίδες, κατά τη γνωστή ατιμωτική του παράδοση στους Γερμανο-βουλγάρους, με την ονομασία Ρούπελ.
Ξενική, πιθανόν Ουγγρική ονομασία έχει και το υποκείμενο μπροστά από το οχυρό, ύψωμα της «Ουσσίτας». Το όνομα αυτό συνδέεται προφανώς με τους Ουσσάρους, επίλεκτους ιππείς, οι οποίοι ήταν στρατιώτες του ελαφρού ιππικού, κατ’ αρχήν στην Ουγγαρία και κατόπιν στην Πολωνία, Γερμανία, Γαλλία και άλλα μέρη της Ευρώπης. Σώματα «Ουσζάρ», ελαφρών ιππέων, αναφέρονται στην ιστορία από το 1435. Ιδρύθηκαν από τον Ούγγρο Βασιλιά Σιγισμούνδο και η λέξη υποδηλοί ένα θεσμό, σύμφωνα με τον οποίο κατά το μεσαίωνα στην Ουγγαρία, ανά είκοσι (Ουσζάρ= εικοστός) οικογένειες υποχρεώνονταν να παρέχουν ή να συντηρούν έναν έφιππο οπλίτη, για την ασφάλεια των συνόρων. Αναφέρεται βέβαια ότι, ο θεσμός αυτός κατά την ίδια περίοδο εφαρμόζονταν και στο Βυζάντιο. «Χωσιάρηδες» όμως και όχι  Ουσζιάροι, ονομάζονταν οι έφιπποι οπλίτες του Βυζαντίου, φύλακες της προκάλυψης.
Με υπ’ αριθ. 2/1920 φύλλο της Κυβερνήσεως, στο οποίο δημοσιεύτηκε το από 4 Ιανουαρίου/1920 Βασιλικό Διάταγμα, που υπογράφει  ο Βασιλιάς Αλέξανδρος, ο μικρός εντός της κοιλάδας οικισμός ο οποίος συνενώθηκε με την κοινότητα του Δραγοτίν (Προμαχώνα), αναφέρεται ως Ρούπελ και όχι Ρουπέλι,.
Τον Ιούλιο του 1930, με το υπ’ αριθ.250 Α-23/7/1930 Βασιλικό Διάταγμα, ο οικισμός αυτός με την ίδια ονομασία, Ρούπελ, φέρεται ν’ αποσπάται από την κοινότητα του Προμαχώνα, όπως μετονομάστηκε το Δραγοτίν και να προσαρτάται στην κοινότητα του Σιδηροκάστρου. Αργότερα όμως, με άλλο Βασιλικό Διάταγμα το 425 Α9/12/1932, αναβαθμίστηκε σε κοινότητα και κατοικούνταν μέχρι τις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, που εκκενώθηκε τελικά από τους κατοίκους του.
Ρούπελ, ονομάζεται και ένας μικρός οικισμός  του Δήμου Jorl  στην περιοχή του Σλέβιν-Χόλσταϊν στη Χερσόνησο της Γιουτλάνδης στα σημερινά σύνορα της Γερμανίας με τη Δανία. Στην περιοχή αυτή βρίσκεται το μονοπάτι Praf Jorler-Landschaft, μια διαδρομή με φυσικά τοπία και ένα δάσος με στρατιωτική αξία, διότι αποτελεί περίκλειστο σημείο στηρίγματος. Δυτικά αυτού του υψώματος, το οποίο προφανώς ήταν οχυρωμένο, βρίσκεται και ο σημερινός ομώνυμος μικρός οικισμός.

Η περιοχή του Σλέσβιχ-Χόλσταϊν στη Χερσόνησο της Γιουτλάνδης, όπου διακρίνεται η θέση του οικισμού Ρούπελ του Δήμου Jorl και της πόλης Γλύξμπουργκστα σύνορα Δανίας –Γερμανίας.

Στην περιοχή αυτή, όπως αναφέρει ο Raymon Aron στο βιβλίο του «Σκέψεις επί του πολέμου, Κλαούζεβιτς» (σελίδα 16, στίχος 27), υπήρχαν ομώνυμα οχυρά, στα οποία, επιτέθηκε στις 18 Απριλίου του 1864 ο στρατός της Πρωσίας και της Αυστρίας με διαταγή του Βίσμαρκ κατά των Δανών, επειδή στέκονταν εμπόδιο στην επικύρωση της Πρωσικής κυριαρχίας στη Βόρεια Γερμανία. Στον άνισο και βραχείας διάρκειας πόλεμο, ο οποίος διεξήχθη ένα χρόνο μετά την ανάρρηση στο θρόνο της Δανίας (1863) του Χριστιανού Θ΄ πατέρα του ανελθόντος, λίγους μήνες νωρίτερα, στο θρόνο της Ελλάδος Γεωργίου του Α΄, ο ηρωισμός των Δανών προκάλεσε τον παγκόσμιο θαυμασμό (Εγκυκλ. Λεξικό Ηλίου).  Με την αιφνιδιαστική κατά των οχυρών αυτών επιχείρηση ο Πρώσος ηγέτης, επιδίωκε  να επιτύχει μια σημαντική νίκη και να προκαταλάβει τα μέλη της διασκέψεως του Λονδίνου, στην οποία συμμετείχαν εκτός από την Πρωσία, η Αγγλία, η Γαλλία, η Ρωσία και η Αυστρία, δυνάμεις, που ήταν αντίθετες στην ενοποίηση και επανασύσταση της Γερμανικής Αυτοκρατορίας. Κατά τον πόλεμο αυτό η Δανία απώλεσε τα δουκάτα Χόλσταϊν,  Λάουενμπουργκ και Σλέσβιγκ, όπου βρίσκεται και η πόλη του Γκλύξμπουργκ  ή Λύκσμπουργκ στα Δανέζικα, με γνωστότερο αξιοθέατο της, το ομώνυμο αναγεννησιακό κάστρο, όπου κατοικούσε ο Βασιλικός οίκος του Όλντενμπουργκ (ένας εκ των τριών κλάδων, που έλαβε το όνομα από τον πύργο). Από τον οίκο αυτό προέρχονται, όπως είναι γνωστό, οι βασιλικές οικογένειες της Δανίας (από το 1863) και της Νορβηγίας (από το 1905).  Από τον ίδιο όμως οίκο, του Όλντενμπουργκ, κατάγεται και η πρώην βασιλική οικογένεια της Ελλάδος. Το Γκλύξμπουργκ, από το οποίο πήρε και τ’ όνομά της, βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα, ανατολικά του Γερμανικού σήμερα οικισμού Ρούπελ, όση η απόσταση Ρούπελ – Σιδηρόκαστρο. Απέχει 10 χλμ από το Φλένσμπουργκ και ο πληθυσμός του ανέρχεται σε 5.984 κατοίκους.
          Πανόραμα του οικισμού Ρούπελ και το περίκλειστο οχυρό ύψωμα με το βαθύ πράσινο χρώμα στη Χερσόνησο της Γιουτλάνδης
Το 1863, όπως είναι γνωστό, ο Γεώργιος Α΄ Χριστιανός, αποδέχθηκε το θρόνο της Ελλάδος και ορίστηκε από το Συνέδριο του Λονδίνου Βασιλιάς του νεοσύστατου ακόμη Ελληνικού κράτους. Ο γιός του και διάδοχος Κωνσταντίνος Α΄, ο οποίος ανήλθε στο θρόνο της Ελλάδος μετά τη δολοφονία του πατέρα του το 1913 στη Θεσσαλονίκη, ήταν ο Αρχιστράτηγος των Ελληνικών Δυνάμεων στους δύο Βαλκανικούς πολέμους και ένας εκ των συντελεστών, μαζί με  τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, που συνέβαλαν  στην επέκταση των Ελληνικών συνόρων μέχρι το Μπέλλες και το Νέστο. Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος ο Α΄, με τον Ιωάννη Μεταξά ως επιτελάρχη, ήταν και οι πρώτοι που ξεκίνησαν αμέσως μετά τους Βαλκανικούς πολέμους την οχύρωση της τοποθεσίας. Είναι πολύ πιθανή συνεπώς η εκδοχή, το όνομα Ρούπελ, ν’ αποδόθηκε τιμητικά στο ανασχετικό οχυρό σε ανάμνηση της αντίστασης των Δανών στα ομώνυμα οχυρά του Σλέσβιχ-Χόλσταϊν και ως ένδειξη τιμής στην Ελληνική Βασιλική δυναστεία.  Υπάρχει όμως και ενδεχόμενη ιστορική σχέση του ονόματος «Κίμπα-λουγκ», όπως αναφέρει την κοιλάδα του Στρυμόνα ο Σλουμπερζέ,  με τους Κίμβρους και τη στενή Χερσόνησο της Γιουτλάνδης από την περίοδο ακόμη των Νορμανδών (1185 μ.Χ) ή των Φράγκων λίγα χρόνια αργότερα. 
    

ΣΙΔΗΡΟΚΑΣΤΡΟ ΑΙΩΝΙΑ ΠΟΛΗ: ΣΙΔΗΡΟΚΑΣΤΡΟ ΑΙΩΝΙΑ ΠΟΛΗ: ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΡΟΥΠΕΛ ΣΥΜΒΟΛΟ ...

ΣΙΔΗΡΟΚΑΣΤΡΟ ΑΙΩΝΙΑ ΠΟΛΗ: ΣΙΔΗΡΟΚΑΣΤΡΟ ΑΙΩΝΙΑ ΠΟΛΗ: ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΡΟΥΠΕΛ ΣΥΜΒΟΛΟ ...: ΣΙΔΗΡΟΚΑΣΤΡΟ ΑΙΩΝΙΑ ΠΟΛΗ: ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΡΟΥΠΕΛ ΣΥΜΒΟΛΟ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝ... : ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΡΟΥΠΕΛ ΣΥΜΒΟΛΟ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΩΝ      ...

Η ΜΕΓΑΛΗ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΔΕΜΙΡ ΙΣΣΑΡ (ΣΙΔΗΡΟΚΑΣΤΡΟΥ)

Η ΜΕΓΑΛΗ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΔΕΜΙΡ ΙΣΣΑΡ

                                                                                                               
                                                                                                                                         Γράφει ο Νικ. Σκαρλάτος

Οι Βούλγαροι μετά την ήττα τους, στο  Κιλκίς και το Λαχανά, οχυρώθηκαν  στην  τοποθεσία  του  Ν. Πετριτσίου  και τη νότια είσοδο της στενωπού Ρούπελ, για  ν’ ανακόψουν την  επιθετική  ορμή του Ελληνικού στρατού και να δώσουν τη δυνατότητα  στα  υπολείμματα της Στρατιάς τους από το Λαχανά, να συμπτυχθούν  και  ανασυνταχθούν  στην  περιοχή βορείως του Σιδηροκάστρου.                                                                                                  

Η μάχη,  που  ακολούθησε το διήμερο της 26ης και 27ης Ιουνίου του 1913, έμεινε στην ιστορία  ως  «Μάχη του Δεμίρ Ισσάρ» και  αποτέλεσε  το σταθμό για την απελευθέρωση του Σιδηροκάστρου και ολόκληρης της Ανατολικής Μακεδονίας. Στο Σιδηρόκαστρο,  το οποίο καταλήφθηκε υπό των συμμάχων   κατά τον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο Βουλγάρων, παρατηρούνταν προ της ενάρξεως   των  Ελληνο-βουλγαρικών   εχθροπραξιών  συγκεντρώσεις στρατευμάτων,  τα οποία στη συνέχεια προωθούνταν προς τη Στρώμνιτσα.  Τα  στρατεύματα αυτά,  προερχόμενα  από τη Θράκη, αποβιβάζονταν στο σημερινό σιδηροδρομικό σταθμό του Στρυμόνα (παλαιός Σ.Σ   Σιδηροκάστρου) και η πόλη, από  της ενάρξεως του  Β΄ Βαλκανικού πολέμου,  αποτέλεσε  Κέντρο  ανεφοδιασμού  της  2ης  Βουλγαρικής Στρατιάς.  Γι’  αυτό  ακριβώς  το λόγο, είχε ιδιαίτερο Στρατηγικό ενδιαφέρον για τους Βουλγάρους.                                                                  

Ήδη, από το απόγευμα της 21ης Ιουνίου, οι Βούλγαροι υποχωρούντες από το Λαχανά,  έσπευσαν  να περάσουν  το Στρυμόνα και  να καλυφθούν πίσω από αυτόν.  Πανικόβλητοι  πέρασαν τις γέφυρες,  τις οποίες  δεν κατέστρεψαν,  ούτε  φρουρούσαν.  Μόλις  το  βράδυ,  στις 22.00,  ο  Ιβανώφ  διέταξε  τρία  τάγματα από τις Σέρρες, να προωθηθούν  προς  το  Στρυμόνα,  τα  οποία  αναχώρησαν μετά τα μεσάνυχτα και έφθασαν στις γέφυρες περί την 02.00 και 03.00 πρωινή  της  22ας Ιουνίου, τις οποίες ανατίναξαν.                                                                    
Ο  Διοικητής της 2ης Βουλγαρικής Στρατιάς, Ιβανώφ,  κρίνοντας  ως  επισφαλή  τη  θέση του στις Σέρρες, λόγω  των φημών  ότι  το  Ελληνικό ιππικό έφθασε στη γέφυρα της Πεπονιάς, μετακινήθηκε στο Σιδηρόκαστρο. Η σύγχυση όμως και ο φόβος,  από  την  προέλαση του Ελληνικού ιππικού αποτυπώνονταν στις συζητήσεις, οι οποίες γίνονταν  μεταξύ  των  Βουλγάρων Αξιωματικών,  όπως  περιγράφει  το χρονικό ο Βούλγαρος στρατηγός Ιβανώφ:                                                                                                                                       
«Πολύ  ενωρίς  το πρωί,  ενώ  παρατάχθηκαν  τα τμήματα αυτά (εννοεί  του  Στρατηγείου του) - μεταγωγικά,  ίπποι  στρατηγείου  και διοικήσεως  μετόπισθεν - κλιμακηδόν επί της αμαξιτής οδού Σιδηροκάστρου, κάποιος προχώρησε και άρχισε να φωνάζει:  Ελληνικό ιππικό, Ελληνικό ιππικό!!  Ο διοικητής μετόπισθεν και όλοι οι Αξιωματικοί προπορεύονταν.  Από  την  προηγούμενη  ημέρα  το  φρόνημα των στρατιωτών  ήταν  πεσμένο από τη διάδοση περί εμφανίσεως Ελληνικού ιππικού.  Η  άγνωστη  κραυγή εμφανίσεως Ελληνικού ιππικού επέφερε τρομερό αποτέλεσμα.  Ο  καθένας αφού άκουσε ή χωρίς ν’ αντιληφθεί τι συμβαίνει,  εγκατέλειψε φάλαγγα,  οχήματα,  αποσκευές, αρχεία και ιππεύσαντες όλοι τράπηκαν σε άτακτη φυγή. Σταμάτησαν   στην  Άνω  Τζουμαγιά  και  άλλοι στο Νευροκόπι. Μόνο  ένα μέρος από αυτούς κατορθώθηκε ν’ αναχαιτισθεί και ν’ ανασυνταχθεί στο Σιδηρόκαστρο».     

Την  22α  Ιουνίου,  το επιτελείο  της  2ης Βουλγαρικής Στρατιάς, μη  θεωρώντας  ασφαλές  και  το  Σιδηρόκαστρο,  εφ’  όσον  ο Στρατηγός  Σαράφωφ,  διοικητής  της  3ης   Βουλγαρικής  Μεραρχίας, ηττηθείς  στο  Κιλκίς,  βρίσκονταν  στα  Πορρόϊα,  αναχώρησε την 5η πρωινή  για  το  Πετρίτσι  (της Βουλγαρίας),  όπου  έφθασε  μετά από τρεις ώρες.  Ο  Ιβανώφ,  φοβούμενος  την  επιδημία  χολέρας, η οποία  άρχισε  να  εξαπλώνεται, επέστρεψε στο Σιδηρόκαστρο, αλλά μόλις  έφθασε  στην  αμαξιτή  οδό και άρχισε να φαίνεται η στενωπός του Ρούπελ περί το Δραγοτίνι  (Προμαχώνα),  είδε με τα μάτια του την εικόνα, που αφηγείται ο ίδιος:                                   
«Σκόνη μέχρι τα σύννεφα και επί της οδού και εκατέρωθεν αυτής απειράριθμοι φυγάδες άνδρες- γυναίκες,  στρατιώτες,  κτήνη.  Οι άνθρωποι  είχαν  όψη  φρενοβλαβών  και  μόλις  δια του φραγμού της οδού με αυτοκίνητα κατορθώθηκε να σταματήσουν  δύο  έφιπποι  πυροβολητές, οι οποίοι χρειάσθηκαν μερικά λεπτά έως ότου συνέλθουν και ομιλήσουν. 
Οι  στρατιώτες αυτοί, οι οποίοι μόλις και συγκρατούνταν,  διηγήθηκαν  ότι  στο  Σιδηροδρομικό  Σταθμό Σιδηροκάστρου, φάνηκε Ελληνικό ιππικό,  το  οποίο  διασπάθιζε  ότι εύρισκε μπροστά του. Αυτοί δε, μαζί με άλλους,  τους  οποίους έδειχναν επί της αμαξιτής οδού,  μόλις  κατόρθωσαν να διαφύγουν.  Προτού  όμως  ακόμη τελειώσουν την αφήγηση τους, χάθηκαν καλπάζοντες προς το εσωτερικό της Βουλγαρίας εν ριπή οφθαλμού».              

Ο  Ιβανώφ  θεώρησε  πολύ  πιθανή  την πληροφορία αυτή, καθ’ όσον  οι  γέφυρες  του  Στρυμόνα  είχαν αφεθεί αφρούρητες εκείνη τη νύχτα  και  δεν είχε πληροφορίες για την κίνηση του Ελληνικού ιππικού, το οποίο στις  19 Ιουνίου εμφανίστηκε στο Κιλκίς. Επέστρεψε εσπευσμένα στο Πετρίτσι,  όπου  πληροφορήθηκε  ότι δεν απαντούσε και ο τηλεγραφητής του Σιδηροκάστρου. Γι’ αυτό  αναχώρησε  για  τη Στρώμνιτσα, στην οποία έφθασε την 16.30 της 22ας Ιουνίου.                                              
Ο διοικητής των Βουλγαρικών στρατευμάτων Σερρών Συνταγματάρχης  Αθανάσωφ,  διέταξε  το  πρωί της 22ας να συγκεντρωθούν όλες  οι Δυνάμεις  στο  Σιδηρόκαστρο,  όπου  θ’ ανασυντάσσονταν,  με σκοπό  ν’  αναπτυχθούν στα στενά του Ρούπελ,  για  να  μη διακοπεί η οδός υποχωρήσεως. Αυτό αναφέρθηκε στον Ιβανώφ και προς το Γενικό Βουλγαρικό Στρατηγείο,  το  οποίο  διέταξε  να  οργανωθεί  και  ν’ αντιταχθεί άμυνα επί της ανατολικής όχθης του Στρυμόνα στο Σιδηρόκαστρο. 

Ο  Ιβανώφ  μάλιστα  την  7η  πρωινή  της  23ης  Ιουνίου έδινε την παρακάτω διαταγή:                    
«Εφ’  όσον  ο εχθρός  δεν σας πιέζει, η υποχώρηση σας είναι άκαιρος. Ο ποταμός, όσον  και  αν είναι διαβατός  σε πολλά του σημεία, εν τούτοις παρουσιάζει  μεγάλες  δυσκολίες  η  διάβαση  του  από  τον εχθρό,  εάν  μάλιστα  παρενοχλείται  από  το πυροβολικό μας. Να επανέλθουν συνεπώς  τάχιστα  τα  στρατεύματα  σας  επί  των διαβάσεων αυτών και να οργανώσετε ισχυρή αντίσταση. Κρατήστε τμήματα στη διάθεση σας, για αντεπιθέσεις την κατάλληλη στιγμή».             

Μετά από τη διαταγή αυτή,  ο  στρατός  του  Αθανάσωφ άρχισε το  απόγευμα  της  23ης  να  συγκεντρώνεται  επί  των  διαβάσεων  του Στρυμόνα,  στις  οποίες  έφθασαν  μερικά  τμήματα,  το πρωί της 24ης Ιουνίου. Τα υπόλοιπα τμήματα άρχισαν να οργανώνονται ως τμήματα προκαλύψεως στη γραμμή Ράδοβο (Χαρωπό)- Σπάτοβο (Κοίμηση).      Ο Στρατηγός Σαράφωφ,  από  τα Πορρόϊα συμπτύχθηκε τις μεταμεσημβρινές ώρες της 23ης Ιουνίου  στο  χωριό Βέτρινα  (Ν. Πετρίτσι).                                                                                                                                       
Το  Γενικό  Στρατηγείο  του Ελληνικού στρατού  μετά  τη  νίκη στο  Κιλκίς  και  Λαχανά,  διέταξε  ανάπαυση  των  στρατευμάτων  το απόγευμα της 21ης και ανασύνταξη κατά την 22α Ιουνίου.  Για την 23η διέταξε το τμήμα Στρατιάς, υπό το Διοικητή της  Ι  Μεραρχίας  Στρατηγό  Εμμανουήλ Μανουσογιαννάκη,  θέτοντας  υπό  τις  διαταγές του τις  I,  VI  και VII Μεραρχίες,  να  ερευνήσει τον ορεινό όγκο των Κρουσίων και να φθάσει μέχρι τις διαβάσεις του Στρυμόνα.                                                                  

Η  VII  Μεραρχία,  έφθασε  νωρίς  στο  Όρλιακο (Στρυμονικό), όπου από την προηγούμενη είχαν φθάσει οι προφυλακές της.                                            

Η Ι Μεραρχία έφθασε το απόγευμα της 23ης στο Καγιαλί (Λιθότοπο),  πλησίον της σημερινής γέφυρας του φράγματος Κερκίνης.    Η VI  Μεραρχία  αφού περιπλανήθηκε  στα Κρούσια έφθασε κουρασμένη τα μεσάνυχτα στο Κιοσελή,  μικρό χωριό πλησίον του  Χειμάρρου.                                                                                                                                                                              

Την  18.30  ώρα  της  23ης Ιουνίου το  Γενικό  Στρατηγείο διατάσσει το Τμήμα  Στρατιάς  να  κινηθεί  προς  αποκατάσταση  της  επαφής  και καταστροφή  της  δυνάμεως  του Βούλγαρου Στρατηγού Σαράφωφ. Η δύναμη αυτή όμως, αφού  πρόβαλε μικρή αντίσταση στη Δοϊράνη,  κινήθηκε  προς τα Πορρόϊα  και από εκεί πήρε ανατολική κατεύθυνση καταδιωκόμενη από την Ταξιαρχία Ιππικού,  η  οποία είχε αναγνωριστική αποστολή.                                                                                                        

Το Τμήμα Στρατιάς,  διέταξε  τις  Ι  και VI Μεραρχίες να κινηθούν ακολουθώντας τη δεξιά όχθη του Στρυμόνα. Ο ποταμός τότε δεν είχε τη σημερινή του ροή,  αλλά  η  κοίτη  του  βρίσκονταν νοτιότερα και  άφηνε  στη  δεξιά  όχθη  τα  χωριά  Γόνιμο  και  Μεγαλοχώρι,  τα οποία  σήμερα,  μετά  την  εκτροπή της κοίτης, που έγινε το 1930, βρίσκονται  επί  της  αριστερής όχθης.  Ταυτόχρονα διέταξε να γίνει αναγνώριση του κάμπου με το ιππικό.

Την  23.00  ώρα  της  25ης  Ιουνίου το Τμήμα Στρατιάς εξέδωσε την παρακάτω διαταγή:                                                                                                                                
« Το Τμήμα Στρατιάς: Προς τας I και VI Μεραρχίας.                          
1. Ο εχθρός κατέχει το χωρίον Βέτρινα.  Εκατέρωθεν  της σιδηροδρομικής γεφύρας έχουσι τοθετηθεί περί τα 12-15 πυροβόλα. (4 τοπομαχικά  είχαν  τοποθετηθεί  στο  ύψωμα,  όπου  είναι  σήμερα  οι εγκαταστάσεις του Λόχου Διοικήσεως του Τάγματος).  Κατεσκευάσθη ξυλίνη  γέφυρα  500μ.  βορείως  σιδηροδρομικής  γεφύρας.  Έτεραι εχθρικαί δυνάμεις ευρίσκονται  εις Πούλιοβον (Θερμοπηγή) και Ράδοβον (Χαρωπό).  Το  χωρίον Χατζή Μπέϊλικ (Βυρώνεια), κατέχεται υπό ανταρτών. Η  διάβασις  Δεμίρ Καπού πιθανώς  κατέχεται  από  εχθρικό  πεζικό δυνάμεως περίπου Τάγματος.                          
2. Αύριον το Τμήμα Στρατιάς θα εξακολουθήση την πορεία του προς Βέτριναν, όπως απωθήση τον εχθρόν εκείθεν του ποταμού.                     
3. Αι Μεραρχίαι  Ι  και  VI θα βαδίσωσιν η μία κατόπιν της άλλης, προηγουμένης της Ι Μεραρχίας.  Η  Ι  Μεραρχία  θα  βαδίση  δια δύο φαλάγγων.  Αριστερά  φάλαγξ  δια  Τζαφερλή, Δερβέντι (Ακριτοχώρι),  Χατζή Μπεϊλίκ  (Βυρώνεια)  και η δεξιά δια της καροποιήτου οδού.  Η  VI  Μεραρχία  θα ακολουθήσει  την  καροποίητον οδόν τάσσουσα  το  Πυροβολικό  αυτής,  πλησίον  της  κεφαλής  της φάλαγγος. Εκκίνησις  της  μεν  Ι Μεραρχίας την 04.00 ώραν πρωίας αύριον, της δε VI Μεραρχίας την 04.45. Θα βαδίζω μετά της δεξιάς φάλαγγος της Ι Μεραρχίας.                                                                             
4. Η  VI  Μεραρχία  θα αποστείλη ένα Τάγμα μεθ’ ενός πυροβόλου υπο αξιωματικόν, το οποίον εκκινούν λίαν πρωϊ δι’ Άνω Πορρόϊα θα βαδίση  δια  της  ορεινής  διαβάσεως  Δεμίρ Καπού, όπως εκδιώξη τον εχθρόν και καταλάβη την διάβασιν ταύτην.                           
5. Αι  ημιλαρχίαι  Ιππικού,  αμφοτέρων  των  Μεραρχιών  και η αποσπασθείσα  εις  το Τμήμα Στρατιάς Ίλη υπό της Ταξιαρχίας Ιππικού,  αποτελούσαι  επιλαρχίαν  υπό  την  διοίκησιν   του  αρχαιοτέρου Ιλάρχου,  αναχωρούσαι  λίαν  πρωί  θα επιζητήσωσι την επαφήν μετά του εχθρού.  Μετά  την ανάπτυξιν των Μεραρχιών προς μάχην, το Ιππικόν θα ταχθή εις το δεξιόν.  Αι  ημιλαρχίαι των Μεραρχιών να αποσπάσωσιν αύριο, λίαν πρωί,  ανά τρεις ιππείς ως αγγελιαφόρους παρά τω διοικητή εκάστου Συντάγματος.                                        6. Αι  Μοίραι  πυρομαχικών  και  τα  μεταγωγικά Σώματος των Σωμάτων  δεν  θα ακολουθήσωσι τας φάλαγγας, αλλά θα συγκεντρωθώσι  την  06.00 ώραν της πρωίας εις Τζαφερλή, αναμένοντα ουχί πεφορτωμένα, νέας διαταγάς.
Το Τμήμα Στρατιάς – Μανουσογιαννάκης».                                                                                                                                                                                      
Οι  Βουλγαρικές  δυνάμεις  είχαν  οργανωθεί  για  ν’ αντιτάξουν άμυνα με την παρακάτω διάταξη:                                                                                                      

Στα υψώματα περί τη Βέτρινα από Κέσεσλικ (Αετοβούνι), μέχρι τη σιδηροδρομική γραμμή και τη δεξιά όχθη του Στρυμόνα, γύρω  και  μέσα  στο  χωριό,  καίτοι  οι Τούρκοι κάτοικοι βρίσκονταν μέσα σ’ αυτό,  ανέπτυξαν οι Βούλγαροι υπό το Στρατηγό  Σαράφωφ δύναμη  12 Ταγμάτων Πεζικού (2 τάγματα του 47ου Βουλγ. Συν/τος, ελθόντα οδικώς από την Κρέσνα,  2 τάγματα του 69ου Βουλγαρικού Συντάγματος,  τα  32  και  46  Βουλγαρικά Συν/τα Πεζικού)  και  δύο  πεδινές  πυρ/χίες  με  διοικητή  τον  Συν/χη Ριμπάρωφ. Στην αριστερή όχθη του Στρυμόνα,  από  τη σιδηροδρομική γέφυρα, μπροστά από τα λουτρά του Σιδηροκάστρου,  μέχρι  και το χωριό Ράδοβο (Χαρωπό),  ανέπτυξαν δύναμη  10  ταγμάτων πεζικού  (το 25ο Βουλγαρικό Σύνταγμα Πεζικού, το 7ο Εφεδρικό Σύνταγμα Πεζικού και τάγμα του 42ου Συν/τος Πεζικού), 3 Πεδινές Πυρ/χίες  και 4  Βαρέα Πυροβόλα (2 των 10 και 2 των 12). Ως εφεδρεία είχαν 12 Τάγματα Πεζικού και Πεδινό Πυροβολικό.                     

Ο ορεινός όγκος  του Μπέλλες (Κερκίνη)  περί  το Δεμίρ Καπού και  Καλέ  Μπαϊρ,  επιτηρούνταν  από 2 Τάγματα, με ορεινή Πυροβολαρχία και  το  όρος  Τσιγγέλι  (Άγκιστρο) με το υπόλοιπο  του    47ου  Συν/τος  Πεζικού. Για την ασφάλεια των μετόπισθεν από την πλευρά  της Στρώμνιτσας,  η  οποία  είχε  καταληφθεί από τον Ελληνικό στρατό  από  την  προηγούμενη ημέρα, αναπτύχθηκαν στα υψώματα του Πετριτσίου, (της Βουλγαρίας σήμερα),  τα  29ο και 67ο Βουλγαρικά Συντάγματα με Πεδινό Πυροβολικό.                                                                                                           
Το  Στρατηγείο  της  ΙΙ  Βουλγαρικής  Στρατιάς   αναπτύχθηκε στην Κρέσνα.                                                                                                                                                       
Αποστολή των Βουλγαρικών Μονάδων,  οι  οποίες  αναπτύχθηκαν στην περιοχή Βέτρινας - Σιδηροκάστρου,  ήταν η διατήρηση των θέσεων τους  μέχρι  το  βράδυ  της  27ης Ιουνίου,  για  να δοθεί καιρός να συμπτυχθούν το Πυροβολικό  και  τα μεταγωγικά της IV Βουλγαρικής Στρατιάς, δια της κοιλάδας του Στρυμόνα προς την Κρέσνα, οπότε  να  συμπτυχθούν  και αυτές προς βορρά. Για το σκοπό της ταχύτερης  και  ασφαλούς  συμπτύξεως τους, οι Μονάδες  αυτές έστειλαν τα μεταγωγικά  τους  και  το  βαρύ  Πυροβολικό  τους στην Κρέσνα, ενώ κράτησαν μόνο τα 4 τοπομαχικά στο ύψωμα της Βέτρινας.                   

Τα  4  τοπομαχικά  πυροβόλα υποδέχθηκαν,  από μεγάλη απόσταση την  προελαύνουσα  φάλαγγα του 4ου Ελληνικού Συν/τος και  αμέσως άρχισε να βάλλει εναντίον της το περί τη γέφυρα Πεδινό Πυροβολικό του εχθρού.  Τα  24 πυροβόλα που διέθεταν οι Βούλγαροι, άρχισαν ένα συνεχή κανονιοβολισμό  κατά  των  Ελληνικών  προφυλακών  μέχρι  το  βράδυ της 26ης Ιουνίου.                                                                                                                                        
Με άστοχα πυρά και χωρίς οικονομία πυρομαχικών  οι Βούλγαροι, έφραζαν το δρομολόγιο από το οποίο επρόκειτο  να  κινηθεί η δεξιά φάλαγγα. Από τα πυρά αυτά ανεφλέγησαν τα ξηρά σπαρτά και τα χόρτα,  των  οποίων  η  θερμότητα,  προστιθέμενη  στον  καύσωνα του ήλιου,  καθιστούσε  την  παραμονή των ανδρών στην περιοχή αφόρητη.                                                                                                                           

Το  επικεφαλής  των  Ελληνικών  προφυλακών 1ο Τάγμα του 4ου Συν/τος, όταν εβλήθη, αναπτύχθηκε και αφού προχώρησε λίγο καθηλώθηκε. Η παραπέρα προέλαση του κατέστη αδύνατη σε ακάλυπτο  έδαφος  και  υπό  σφοδρό  εχθρικό  κανονιοβολισμό,  χωρίς  τη συνδρομή  του  δικού  μας  πυροβολικού.  Τα  υπόλοιπα δύο Τάγματα του 4ου Συν/τος,  αφού  εξήλθαν  από το δρόμο, καλύφθηκαν στο ύψος του Σιδηροδρομικού σταθμού της Βυρώνειας,  κατά  μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής,  η  οποία  βρίσκονταν  εν  επιχώσει (υψηλότερα από το έδαφος)  και  περιβάλλονταν  δεξιά  και  αριστερά  από υψηλά δένδρα, χόρτα και καλαμιές σε μεγάλο μήκος.  Το ίδιο έκανε και το 2ο Σύνταγμα Πεζικού, το οποίο ακολουθούσε.                                                                                                                                                                                                                                    
Οι δύο ορειβατικές πυροβολαρχίες,  ταχθείσες  προς πυροβόληση  στο  Σιδηροδρομικό Σταθμό της Βυρώνειας,  άρχισαν  να  βάλουν περί την 10.30΄ πρωινή,  αλλά γρήγορα έπαυσαν τα πυρά μετά τη διαπίστωση ότι αδυνατούσαν λόγω βεληνεκούς (8 χλμ μέγιστο) να προσβάλουν τον εχθρό.                                                                                                   

Η  προώθηση  νότια της σιδηροδρομικής γραμμής ήταν αδύνατη, διότι το έδαφος από  το  μέρος   εκείνο  ήταν άβατο  λόγω  των  υπαρχόντων  ελών. Ο Στρατηγός όμως Μανουσογιαννάκης, προ αυτής της καταστάσεως, που καθιστούσε αδύνατη τη συνέχιση της προέλασης,  αλλά  και  των μεγάλων απωλειών, που θα είχε η επιμονή στη συνέχιση της προέλασης, εξέδωσε την παρακάτω διαταγή  προς  το Διοικητή του  4ου Συντάγματος:                                                                                                                                                        

«26 Ιουνίου 1913, ώρα 11 πρωίας.

Συν/χην Οικονομίδην.  
Δεδομένου  ότι  το  πυροβολικόν  δεν  ηδυνήθη  εισέτι να ταχθή προς πυροβόλησιν  και  ότι  άνευ  υποστηρίξεως  τούτου  αι  απώλειαι θα είναι μεγάλαι, να οχυρωθήτε εις καταλλήλους θέσεις επιτηρούντες τον εχθρόν και προσωρινώς να μη προελάσητε περαιτέρω.                                                                                                                                                                     
                                                                  Ο Μέραρχος Μανουσογιαννάκης».                    

Κατόπιν  αυτής  της διαταγής  και το άλλο Τάγμα του 4ου   Συντάγματος αποσύρθηκε  προς  τη  σιδηροδρομική  γραμμή. Στις θέσεις αυτές παρέμειναν τα δύο τάγματα μέχρι το βράδυ, υπό καύσωνα και κάτω υπό τα αδιάκοπα πυρά του εχθρικού πυροβολικού,  αδρανούντα και μη δυνάμενα  να προχωρήσουν,  ούτε να βάλουν, παρά τις σημαντικές απώλειες που υφίσταντο.                                                                                          

Η αριστερή φάλαγγα  με οδηγό τον Κ. Παρθένη, ο οποίος κατάγονταν από τη Ράμνα, ξεκίνησε την 03.30΄ πρωινή.  Ακολουθώντας το δρομολόγιο  που  της καθορίσθηκε και δια ημιονικής οδού επί των νοτίων υπωρειών του Μπέλλες,  έφθασε  την 10.00 ώρα προ του χωριού Κέσεσλικ, χωρίς αντίσταση.  Προ  του χωριού όμως, εβλήθη η εμπροσθοφυλακή της φάλαγγας (3ο Τάγμα), από αντάρτες του  Βουλγαρικού  στρατού,  οι  οποίοι είχαν ακροβολισθεί στα εντός του χωριού και βορείως αυτού υψώματα. Το Τάγμα αφού αναπτύχθηκε κατόρθωσε χωρίς μεγάλη δυσκολία να άρει την αντίσταση.                                                
Από  την  κατεύθυνση  των υποχωρούντων ατάκτων και από αναγνωρίσεις ο διοικητής της φάλαγγας εκτιμούσε  ότι δεν θα ήταν δυνατό να προωθηθεί προς τη Βέτρινα, χωρίς  την εξασφάλιση  του αριστερού του πλευρού,  το οποίο απειλείτο από ανταρτικά  τμήματα του εχθρού,  που θα κατείχαν τα δεσπόζοντα αντερείσματα  του  Μπέλλες. Το έδαφος προς την πλευρά εκείνη είναι πολύ ανώμαλο,  δύσβατο και καλυμμένο  από  θάμνους.  Διαμορφώνεται  από  αλλεπάλληλες σειρές αντερεισμάτων,  που  κατέρχονται  από  την κορυφογραμμή προς τους πρόποδες και διαχωρίζονται από βαθιές χαράδρες,  οι οποίες σε ορισμένα σημεία είναι αδιάβατες ακόμη και κατ’ άνδρα.  Συνεπώς, έπρεπε,  όπως εκτιμούσε,  να  καταληφθούν  προ  της  επιθέσεως κατά της Βέτρινας τα υψώματα πάνω από το χωριό  μέχρι τη σιδηροδρομική γέφυρα, τα οποία οι  Βούλγαροι  είχαν  ενισχύσει  με  πρόχειρα αμυντικά έργα και προπαρασκεύασαν  επιμελώς  την άμυνα για την εξασφάλιση της γέφυρας αυτής.                                                                                                 

Κατόπιν συμπλοκής  με  τμήματα  των  προφυλακών μάχης του εχθρού,  κατελήφθησαν  από  τα τμήματα των εμπροσθοφυλακών του 5ου Συν/τος,  τα  πρώτα  αντερείσματα προελαύνοντας αργά και επίπονα.  Το μεσημέρι όμως, ειδοποιήθηκε από αξιωματικό του επιτελείου, να παραμείνει στις θέσεις τις οποίες κατείχε,  διότι  η  κίνησή του δεν μπορούσε να συνδυασθεί  με  τη κατά μέτωπο επίθεση της δεξιάς φάλαγγας, η οποία ελλείψει πεδινού πυροβολικού,  είχε αναγκασθεί ν’ ανακόψει την προέλασή της.                                                                                                                                                                        
Η VI Μεραρχία έλαβε διαταγή,  με  την έναρξη της μάχης να  προχωρήσει  και  ν’  αναπτυχθεί  δυτικά του χωριού Βέτρινα, ενώ η  VII Μεραρχία  να προωθήσει τη Μοίρα Πετμεζά,  που  αποτελούνταν  από τρεις πυροβολαρχίες και να διατεθεί  προς  υποστήριξη  της  VI  Μεραρχίας, διότι η έλλειψη  πεδινού  πυροβολικού  έγινε  αισθητή  από την αρχή. 

Λόγω  όμως της βραδύτητας που παρουσιάσθηκε στη διαβίβαση της διαταγής,  η  VII  Μεραρχία,  μόλις το μεσονύκτιο διέταξε την αναχώρηση της Μοίρας του Πυροβολικού.  Με  οπτικό σήμα (Μόρς), αναφέρθηκε από το Καγιαλή, η αναχώρηση της,  όπως παρακάτω:                                                                 
«Καγιαλή 26 Ιουνίου 1913, ώρα 12.35΄μ.μ.                                                            
Προς Τμήμα Στρατιάς:                                                                                                           
 Ταύτην την στιγμήν διετάχθη Μοίρα Πεδινού Πυροβολικού αναχωρήση το ταχύτερον.                                                                                                                                                                                                                              
VII Μεραρχία, Σωτήλης».           

Την  13.00  ώρα  της  26ης  Ιουνίου  κλήθηκε  στο  Στρατηγείο  ο Διοικητής  του 1ου  Συντάγματος Ευζώνων, Αντισυνταγματάρχης Παπαδόπουλος Διονύσιος,  ο  οποίος  διατάχθηκε  προφορικά  να βαδίσει και αυτός με το Σύνταγμα του  προς  την  κατεύθυνση  που βάδιζε και το 5ο Σύνταγμα Πεζικού,  για να πιέσει και απειλήσει το δεξιό πλευρό του εχθρού.  Ο Αντισυνταγματάρχης Παπαδόπουλος υπέβαλε αργότερα την παρακάτω αναφορά:                                                                     

« 26 Ιουνίου, ώρα 03.30΄ εσπέρας.                         
Προς τον Διοικητήν του Τμήματος Στρατιάς.                                                     
Έφθασα ταύτην την στιγμήν εις  Κέσισλικ,  αλλ’  εννοηθείς (γενόμενος αντιληπτός) υπό του εχθρού,  εβλήθην  υπό πυροβολικού. Ελλείψει  οδηγού δεν ηδυνήθην εισέτι αναγνωρίσω το έδαφος.  Έφθασα με  άνδρας  λίαν  εξηντλημένους  εκ  ζέστης  και  έσχον  7  κρούσματα ηλιάσεως.  Το  Τάγμα  Κρητών δεν κατόρθωσα να το συντάξω εισέτι. Εάν μετέβαινον εκ Ράμνας μετά δύο πυροβόλων η επιχείρησις μου θα εστέφετο  υπό  πλήρους  επιτυχίας,  διότι  θα  ευρισκόμην άνωθεν του εχθρού, εντελώς απαρατήρητος.  Εάν  είναι  δυνατόν  να  διαταχθή να πορευθή  κατά της Βέτρινας  ο Ταγματάρχης  Βελισσαρίου  μεθ’  ενός πυροβόλου  και  δύο πολυβόλων,  όστις  από της πρωίας απεστάλη εις Δεμίρ Καπού,  πολύ  θα  διευκολύνη το έργον μας αύριον την πρωϊαν. Ετραυματίσθησαν ο λοχίας,  όστις με ηκολούθει ως σύνδεσμος και είς στρατιώτης.  Δ. Παπαδόπουλος».                                                                                                                               
Την 13.15΄ ώρα της 26ης Ιουνίου διατάχθηκε επίσης, η υπό τον Αντισυνταγματάρχη  Βάλβη  ορειβατική Μοίρα, η οποία είχε διατεθεί στην VI Μεραρχία,  ν’  αναγνωρίσει θέσεις και υποστηρίξει την κίνηση της αριστερής φάλαγγας,  η  οποία από ώρα ήδη, είχε προσελκύσει πάνω της τα πυρά του εχθρικού πυροβολικού.  Δυστυχώς όμως, μέχρι  το βράδυ  δεν  κατέστη  δυνατό  να βρει μία θέση για να ταχθεί προς πυροβόληση, λόγω μικρού βεληνεκούς των πυροβόλων της.

Περί την 16.00 ώρα ο φοβερός εχθρικός κανονιοβολισμός, αφού έμεινε  όλη  την  ημέρα  χωρίς  απάντηση από το δικό μας ορειβατικό πυροβολικό, εκτός από ένα μικρό διάστημα κατά το οποίο έβαλε η πυροβολαρχία Κουρούκλη, μετριάσθηκε και μετά από λίγο κόπασε. Το 5ο  Σύνταγμα  σταδιακά  είχε  προχωρήσει  και  κατέλαβε τα δεσπόζοντα  της  Βέτρινας  αντερείσματα,  τα  οποία κατείχε ο εχθρός και τα είχε ενισχύσει με ορύγματα. Επειδή όμως,  το αριστερό πλευρό του Συντάγματος αυτού δεν ήταν εξασφαλισμένο  και  είχαν φανεί μερικές ύποπτες κινήσεις του εχθρού προς τα βορειότερα αντερείσματα, τα δύο Τάγματα υπό τον Αντισυνταγματάρχη Παπαδόπουλο  αναπτύχθηκαν  κατά τη νύχτα,  στο  αριστερό  του  5ου  Συντάγματος,  για  να συνεχίσουν την επομένη τον αγώνα, όπως και έγινε.                                                       

Για το βράδυ της 26ης Ιουνίου το Τμήμα Στρατιάς, εξέδωσε την παρακάτω διαταγή,  η  οποία  με  την  επέλευση  του  σκότους άρχισε να υλοποιείται:                                                                                                                                                     
«26 Ιουνίου ώρα 06.00 εσπέρας.                                                                             
Προς τας I και VI Μεραρχίας.                                                                                                    
1. Ο εχθρός  εξακολουθεί  κατέχων  την  είσοδο της κλεισωρίας Δερβέντι.
2. Το Τμήμα της Στρατιάς  θα  διανυκτερεύσει  επί  του  πεδίου της μάχης.          3. Το 5ον Σύνταγμα Πεζικού και  το  1ον  Σύνταγμα Ευζώνων  θα παραμείνωσιν εις ας θέσεις κατέχουσι  κατά  την  επέλευση  του  σκότους, τοποθετούντα  ιδίας  προφυλακάς μάχης. Η VI Μεραρχία παραμένουσα, όπου έχει καταυλισθή,  να  θέση προφυλακάς εκ δύο Ταγμάτων  από  ανατολικής  παρυφής  χωρίου  Χατζή  Μπεϊλικ κατά μήκος του  εκείθεν  αρχομένου   και   νοτίως   βαίνοντος  αντερείσματος  του Μπέλλες,  μέχρι  της συναντήσεως της προεκτάσεως τούτου μετά της σιδηροδρομικής γραμμής.  Το  3ον  Σύνταγμα  Πεζικού,  να  επεκτείνη την  γραμμήν ταύτην των προφυλακών,  νοτίως  της  σιδηροδρομικής γραμμής κατά έν χιλιόμετρον περίπου, δι’ ενός Τάγματος. Το 4ον Σύνταγμα Πεζικού και τα υπολειπόμενα δύο Τάγματα του 2ου  Συντάγματος Πεζικού, συγκεντρούμενα  θα καταυλισθώσιν εις το ύψος του καταυλισμού της VI Μεραρχίας και νοτίως αυτού. Αι παρά την σιδηροδρομικήν γραμμήν δύο ορειβατικαί πυροβολαρχίαι  της  Ι Μεραρχίας θα συγκεντρωθώσι  και  θα  καταυλισθώσι μεταξύ της VI Μεραρχίας και των Συνταγμάτων Πεζικού της Ι Μεραρχίας. Αι ανωτέρω μετακινήσεις των 2ου και 4ου Συνταγμάτων Πεζικού, ως και του ορειβατικού θα εκτελεσθώσιν άμα τη επελεύσει του σκότους.                                                                                                                                            
4. Θα διανυκτερεύσω όπισθεν του καταυλισμού  των  Σωμάτων της Ι Μεραρχίας, όπου ν’ αποσταλώσιν σύνδεσμοι.                                                        
5. Σύνθημα Γερμανός- Πάτραι.                                                                                                                                                                                     
ΕμμανουήλΜανουσογιαννάκης»                                                                                                                                                                          
Η  VI  Μεραρχία  κατόπιν  της  διαταγής  αυτής διανυκτέρευσε στις θέσεις που βρίσκονταν, εξασφαλίζοντας την οδό  Ράμνας-Βέτρινας διαθέσασα  ως προφυλακές  το  2ο  Τάγμα  του  17ου  Συντάγματος προ του Χατζή Μπεϊλίκ (Βυρώνεια).                                                                                      
Το απόσπασμα Βελισσαρίου,  το  οποίο είχε σταλεί από το πρωί στη διάβαση Δεμίρ Καπού, επι της κορυφογραμμής του Μπέλλες που βρίσκεται  ακριβώς  πάνω  από  τα  Άνω Πορρόϊα,  εκδίωξε  με έφοδο τους Βουλγάρους από εκεί περί την 13.30΄ώρα και εγκαταστάθηκε επ’ αυτής αμυντικά.  Η  υπό τον Ίλαρχο Βαρδή Επιλαρχία διανυκτέρευσε στη Μπρούσνα (Γόνιμο) και η νύχτα πέρασε χωρίς κανένα επεισόδιο. 
Κατά  τη  διάρκεια της νύχτας,  το  Γενικό Στρατηγείο εξέδωσε στις 23.30΄την παρακάτω διαταγή:                                                                                                         

«Γενικόν Στρατηγείον 26-6-1913 ώρα 11.30΄.                                     
Προς το Τμήμα Στρατιάς Μανουσογιαννάκη.                                   
1. Αι ΙΙ, ΙΙΙ, IV, V, και X Μεραρχίαι μετά διήμερον αγώνα κατέλαβον τα προς Στρώμνιτσαν στενά  κατελθούσαι με τας εμπροσθοφυλακάς  των  μέχρι  πεδιάδος.  Ο  εχθρός υπεχώρησεν εκ Στρωμνίτσης, πιθανώς προς Μπέροβα Πέτσοβο. Επίσης τμήματα υπεχώρησαν προς Πέτριτς. Ο εις Ιστίπ εχθρός υπεχώρησεν αμαχητί προς Τσάρεβο Σέλο και Πέτσοβο, ακολουθούμενος υπό Σέρβων.                
2. Η Ταξιαρχία Ιππικού  μεταβαίνει  αύριον  προς Στρώμνιτσαν και θα ερευνήση προς Μπέροβα και Πέτριτς.                                                                       
3. Τίθημι υπό τας διαταγάς υμών βαρύ πυροβολικόν  εκ 5 πυροβόλων των 10,5 και 6 πυροβόλων των 12,  όπως εάν παραστή ανάγκη, χρησιμοποιήσετε τούτο  κατά της εχθρικής θέσεως.  Το  πυροβολικόν τούτο ευρίσκεται εις στενόν Δοβά Τεπέ. Ο  Διοικητής του, λοχαγός Διγενής, διετάχθη να συννενοηθή μεθ’ υμών τηλεφωνικώς εκ στενού Δοβά Τεπέ. Εάν αντιληφθήτε ότι ο εχθρός υποχωρή, καταδιώξατε αυτόν κατά πόδας.                                                                        
4. Το  Γενικόν   Στρατηγείον   παραμένει   εις   σιδηροδρομικόν σταθμόν Δοϊράνης.                                                                                                                                                                                                                                                                  Κωνσταντίνος Β΄».                                                                                                                                                                                               
Το  διατιθέμενο  βαρύ  πυροβολικό  δεν κατέφθασε έγκαιρα και δεν χρησιμοποιήθηκε. Την 03.00 ώρα όμως της 27ης Ιουνίου έφθασε η Μοίρα Πεδινού Πυροβολικού  της VI Μεραρχίας  και  τάχθηκε μέχρι το ξημέρωμα επί των ανατολικά του Κέσεσλικ υψωμάτων.    

Τα  χαράματα  ξανάρχισε  ο  αγώνας, με το εχθρικό πυροβολικό να βάλλει δυτικά της Βυρώνειας  και  κατά  των  τμημάτων στην πρώτη γραμμή.  Το  1ο  Σύνταγμα  Ευζώνων  και το  5ο  Σύνταγμα Πεζικού από το πρωί κέρδιζαν έδαφος εκτοπίζοντας  τον εχθρό από διαδοχικές θέσεις. Την 05.40΄ ο Αντισυνταγματάρχης Παπαδόπουλος ανέφερε:  

«27 Ιουνίου ώρα 05.40΄πρωϊνή.                                                                               
Κον Διοικητήν Τμήματος Στρατιάς,  Υποστράτηγον  Μανουσογιαννάκην.                            Σήμερον  την  πρωίαν  περί  ώραν  4ην  ενήργησα  δι’ ενός λόχου επιθετικήν  αναγνώρισιν  βορείως  του  χωρίου  Βέτρινα,  εντός του οποίου υπάρχει δύναμις δύο ταγμάτων εντός ταχυσκάπτων.  Εάν  είχον έν πυροβόλον  θα  την  εξεδίωκον  εκείθεν ευχερέστατα και άνευ πεζικού.  Κατέχω  θέσεις  δεσποζούσας και παρέχω πλήρην ασφάλειαν εις αριστερόν του Τμήματος Στρατιάς.  Δια των δυνάμεων μου μόνον δύναμαι να εκδιώξω τον εχθρόν,  αλλά  φοβούμαι  μήπως η μεμονωμένη αυτή ενέργειά μου  προκαλέση την συγκέντρωσιν του εχθρικού πυροβολικού εναντίον μου  και αναγκασθώ να υποχωρήσω.  Θα συνδυάσω έγκαιρον  επίθεσίν  μου  με  την  κατά μέτωπον των άλλων Συνταγμάτων και τότε είμαι βέβαιος ότι θα συλλάβωμεν πάντας αιχμαλώτους ή θα τους ρίψωμεν εις τον ποταμόν.  Εξέλεξα θέσιν κατάλληλον και δια τα δύο πολυβόλα μου, τα οποία οι πολυβοληταί μου μεταφέρουσιν επ’ ώμου.  Μετά  Βελισσαρίου  δεν  συνεδέθην  εισέτι,  καίτοι  απέστειλα συνδέσμους.                                    
                                                           Διον. Παπαδόπουλος».

Την  07.00  ώρα  η  επίθεση  γενικεύθηκε σε όλη τη γραμμή του μετώπου.  Η  Πεδινή  Μοίρα  αρχίζοντας  βολές   κατά  του   εχθρικού πεζικού,  διευκόλυνε  την  προώθηση  των τμημάτων μας, αλλά το εχθρικό  πυροβολικό  ανενόχλητο  έβαλε  συνεχώς κατά των προελαυνόντων στρατευμάτων. Παρά τα εχθρικά πυρά πυροβολικού, το 1ο Σύνταγμα Ευζώνων ορμά  κατά  του  χωρίου  Βέτρινα,  περνώντας  προ του μετώπου του 5ου Συντάγματος  και  καταλαμβάνει το χωριό περί την 08.00 ώρα,  οπότε και ανέφερε την 08.15΄τα εξής:                                                  

«Κύριον Μανουσογιαννάκην Διοικητήν Τμήματος Στρατιάς.    
Κατέλαβον το χωρίον εκτοπίσας τον εχθρόν από των θέσεων άς κατείχεν, εις ανώτερα υψώματα βορείως Βέτρινας, μέχρις ενταύθα εξ 7 διαδοχικών υψωμάτων. Εχθρός υποχωρεί προς βορράν.                                                                                                                                      
                                                   Διον. Παπαδόπουλος».                                                                                                                    
Η Μεγάλη Μάχη του Δεμίρ Ισσάρ σε λιθογραφία Β. Παπαχρυσάνθου
και έκδοση Β. Χρηστίδη.

Η πολύνεκρη Μάχη και κατάληψη του Δεμίρ Ισσάρ από το Μανουσογιαννάκη.
« Κι’ αν της ειπούν πως έπεσα σαν μάννα ας με κλάψη.
Κι’ ένα κερί στην εκκλησιά ας πάγη να μ’ ανάψη»

Σύμφωνα  με  αφήγηση  των  κατοίκων, που παρακολουθούσαν τη  μάχη,  τα  Ελληνικά  τμήματα  προωθούμενα  προς  το  βουνό από ύψωμα σε ύψωμα, έφθασαν και στο μέρος εκείνο,  όπου κρύβονταν οι κάτοικοι του χωριού,  οι  οποίοι  έσπευσαν  με ακράτητο ενθουσιασμό και  δάκρυα  χαράς  στα μάτια,  να υποδεχθούν και να εξυπηρετήσουν τα κουρασμένα και καταϊδρωμένα από τη ζέστη ευζωνάκια, επικεφαλής των οποίων ήταν ο μετέπειτα στρατηγός Γεώργιος Κονδύλης.    Ταυτόχρονα  με  την  επίθεση  του  1ου  Συντάγματος  Ευζώνων, προωθήθηκε και το 5ο Σύνταγμα διά της καταλήψεως αλλεπάλληλων υψωμάτων, από τα κατερχόμενα  προς  το Ρούπελ   αντερείσματα.            Τα  υπερκείμενα  όμως  της  Βέτρινας  υψώματα,  όπου σήμερα βρίσκεται  ο  λόχος  διοικήσεως  του  Τάγματος  προκαλύψεως, πάνω από  το  κτίριο του Δημαρχείου σήμερα, ήταν ακόμη καλά οργανωμένα.  Γι’ αυτό  χρειάζονταν  ακόμη  μία  προσπάθεια  για  την  κατάληψη τους και την απαλλαγή του χωριού από την πίεση και τα πυρά των τεσσάρων τοπομαχικών πυροβόλων.                                          

Πορεία προς το Σιδηρόκαστρο (Αρχείο Δ.Ι.Σ)

Για την κατάληψη τους κινήθηκε την  09.00 ώρα  λόχος  Ευζώνων, υπό το Λοχαγό Γεώργιο Ε. Παπαδόπουλο, εκδηλώνοντας γενική επίθεση και έφοδο με εφ’ όπλου λόγχη.  Κατά  την έφοδο αυτή, ο γενναίος Λοχαγός με το περίστροφο στο χέρι και οδηγώντας τους άνδρες του ατρόμητος,  έπεσε ηρωϊκά μαχόμενος προ των εχθρικών χαρακωμάτων, τραυματισθείς θανάσιμα από εχθρική σφαίρα.  Ο θάνατος του εμψύχωσε ακόμη περισσότερο τους Ευζώνους,  οι  οποίοι ακάθεκτοι πλέον και με τη χαρακτηριστική ιαχή «αέρα»,  μέσα σε λίγο χρόνο σάρωσαν τα δύο οχυρά,  κατέλαβαν  τα τέσσερα πυροβόλα  και αφού  εκτόπισαν  δια  της  λόγχης  και  τους  ολίγους  εναπομείναντας Βούλγαρους  στρατιώτες,  τους  κυνήγησαν  προς  το Στρυμόνα, όπου συνέρρεαν, άτακτοι και φυγάδες, απ’ όλα τα σημεία του μετώπου.                   

Ο τάφος του ήρωα Λοχαγού Γεωργίου Παπαδόπουλου,  στο σημείο όπου φονεύθηκε διατηρείται  μέχρι  σήμερα  με τη φροντίδα των ανδρών του Τάγματος, του οποίου το όνομα φέρει και το στρατόπεδο του Ν. Πετριτσίου.                Χαρακτηριστικό δείγμα του θάρρους, της τόλμης, της ανδρείας  του πνεύματος αυτοθυσίας και της πολεμικής αρετής των μαχόμενων Ελλήνων Αξιωματικών  και  Οπλιτών  είναι  και  η  εικόνα  την οποία αντίκρισαν  αυτοί  που επισκέφθηκαν ευθύς αμέσως το πεδίο της μάχης.  Διηγούνται  ότι  ένας  Έλληνας  λοχίας  των  Ευζώνων  και  ένας Βούλγαρος στρατιώτης βρέθηκαν νεκροί, ο πρώτος έξω από το χαράκωμα  και ο δεύτερος μέσα σ’ αυτό,  έχοντας  διαπεράσει αμοιβαία με τις ξιφολόγχες τα κορμιά τους.       

Ήδη από την 08.00 ώρα το πρωί της 27ης Ιουνίου είχε αρχίσει η γενική υποχώρηση των Βουλγάρων , η οποία δεν άργησε να μετατραπεί σε άτακτη φυγή.  Ολόκληρη η έκταση της δεξιάς όχθης του Στρυμόνα, από τη Βέτρινα μέχρι την επί του ποταμού σιδηροδρομική γέφυρα, κατακλύσθηκε από διεσπαρμένους άτακτους και πανικόβλητους Βουλγάρους στρατιώτες,  οι  οποίοι  έφευγαν  τρέχοντες  προς τη στενωπό του Ρούπελ.  Κάποια στιγμή η φυγή απαγορεύθηκε από συντεταγμένα Βουλγαρικά Τάγματα, τα οποία επιχείρησαν να συγκρατήσουν και να σταματήσουν τους υποχωρούντες στρατιώτες. Η προσπάθεια όμως αυτή δεν κράτησε πολύ,  καθ’  όσον  παρασύρθηκαν και τα τάγματα αυτά από το ρεύμα των υποχωρούντων.                                                                                     

 
Ο Στρατηγός Μανουσογιαννάκης παρακολουθεί την εξέλιξη των Επιχειρήσεων με τους Επιτελείς του.

Ταυτόχρονα και τα επί της αριστερής όχθης του Στρυμόνα ανεπτυγμένα Βουλγαρικά τμήματα, όταν είδαν τους Έλληνες στρατιώτες του  5ου  Συντάγματος να κατέρχονται τ’ αντερείσματα του Μπέλλες, που οδηγούν προς τη στενωπό του Ρούπελ  και φοβούμενα  μην  αποκοπούν, άρχισαν  να  υποχωρούν  κανονικά, αλλά γρήγορα  η υποχώρηση τους  μετατράπηκε  σε  άτακτη φυγή, η οποία γενικεύθηκε.                                                                 
Η  άριστη  εκμετάλλευση  από  τους Βουλγάρους του πυροβολικού τους,  αλλά  και η μεγάλη εξάντληση από τον καύσωνα των ανδρών του Τμήματος Στρατιάς,  δεν επέτρεψαν την άμεση καταδίωξη των υποχωρούντων τμημάτων.  Έτσι  δόθηκε πολύτιμος χρόνος για  την  πλήρη  υποχώρηση του εχθρού,  ο  οποίος  υπέστη τεράστιες απώλειες σε έμψυχο υλικό.                                                                  

Τα Βουλγαρικά πυροβόλα  κινούμενα  με  άλματα  υποστήριζαν ανά ζεύγη τα υποχωρούντα τμήματα,  ενώ  κατά  των  υποχωρούντων έβαλαν  μόνο  δύο  Ελληνικές  ορειβατικές  πυροβολαρχίες,  οι  οποίες κατόρθωσαν να ταχθούν, αλλά χωρίς αποτελέσματα λόγω του μικρού τους βεληνεκούς.                                                          



Επισκρυή γέφυρας Στρυμόνα

                          

Διάβαση πρόχειρης γέφυρας

Την 09.30 ώρα πρωινή της  27ης Ιουνίου  το 5ο Σύνταγμα ανέφερε  ότι  ανατινάχθηκε  η  σιδηροδρομική  γέφυρα, ενώ  το  μεσημέρι ο Διοικητής του 1ου Ευζωνικού Συντάγματος,  έστειλε  την παρακάτω αναφορά:                                                                                                                                        
«27 Ιουνίου ώρα 12 μ.                                                                                                  
Κον Διοικητήν Τμήματος Στρατιάς Μανουσογιαννάκην Υποστράτηγον.                              

Λαμβάνω την τιμήν  ν’ αναφέρω ότι,  καίτοι  έσπευσα υπό δραστικόν πύρ πυροβολικού,  μετά  του Ταγματάρχου Κολοκοτρώνη  και 50 μόλις οπλιτών,  υπό  τον Λοχαγόν  Καραχρήστον του Συντάγματος μου, να καταλάβω την γέφυραν, δυστυχώς έφθασα ολίγον αργά, διότι ανετινάχθη το μεσαίον τόξον της γεφύρας καθ’ όλον το πλάτος και εις μήκος δύο βάθρων, δηλαδή έως 25 μέτρων.  Κατόρθωσαν να διαβώσι την αντίπεραν όχθη περίπολοι προς ανίχνευσιν  και ανακάλυψιν τυχόν εγκαταλειφθέντος υλικού.  Τον  αριθμόν  των  φονευθέντων και τραυματισθέντων του Συντάγματος μου αγνοώ.                                                                                                                                                               Διον. Παπαδόπουλος».                        

Το  4ο  Σύνταγμα  την 08.30΄ πρωινή αναπτύχθηκε σε θέση αναμονής στο ρεύμα παρά το χωριό Κέσεσλικ,  πίσω από το 5ο Σύνταγμα. Το 2ο Σύνταγμα την 10.45΄διατάχθηκε  και αναπτύχθηκε πίσω από το Τάγμα,  το οποίο  είχε  ορίσει ως προφυλακές,  ανεπτυγμένο νότια της σιδηροδρομικής γραμμής.                                                           

Την 14.00 ώρα η Ι Μεραρχία συγκεντρώθηκε και στρατοπέδευσε περί το χωριό Βέτρινα, εγκαθιστώντας προφυλακές  προς  το βορρά δια του 4ου Συν/τος.  Το  1ο  Σύνταγμα Ευζώνων αναπτύχθηκε περί τη σιδηροδρομική γέφυρα  και το 17ο Σύνταγμα (2 Τάγματα) Ν.Α της Βέτρινας.                                                                                                                       

Η VI Μεραρχία την 11.15΄ ώρα έλαβε την ακόλουθη διαταγή:

«Το Τμήμα Στρατιάς                                                                                                      
Προς την VI Μεραρχίαν.                                                                                             
Μετά  της  υπό  τας  διαταγάς σας  υπολοίπου δυνάμεως, ήτοι 4 Ταγμάτων και 2 ορειβατικών πυροβολαρχιών,  εις  την οποία διέταξα να προστεθή και μία ορειβατική πυροβολαρχία της  Ι  Μεραρχίας,  να διαβήτε  τον  ποταμόν  δια  του  ευρισκομένου πόρου πλησίον του χωρίου Μπρούσνα (Γόνιμο),  αβαθούς  και διαβατού κατά τας πληροφορίας του Ιππικού  και  να  διευθυνθήτε  προς  κλεισώριαν Δερβέντι, όπως καταδιώξητε τον υποχωρούντα ατάκτως και διευθυνόμενον προς βορρά εχθρόν.  Το  2ον  Σύνταγμα  διετάχθη  να  καταλάβη θέσιν παρά τον πόρον,  όπως  εξασφαλίση  εν  πάση  περιπτώσει την διάβασιν του πόρου.                  
                                                                                       Μανουσογιαννάκης».                                                                                             
Η  VI  Μεραρχία  πράγματι  ξεκίνησε  την  14.00  ώρα  και  την 19.00  έφθασε  στο Σιδηροδρομικό Σταθμό  Στρυμόνα ( Παλαιό Σταθμό Σιδηροκάστρου), όπου εγκαταστάθηκε.  Διέταξε  επίσης,  όπως  το 9ο Τάγμα Ευζώνων  να  κατέλθει πάλι στη Βυρώνεια και να ενωθεί με τη Μεραρχία στο Σιδηρόκαστρο.  Το  17ο  Σύνταγμα  Πεζικού  και το 1ο Σύνταγμα Ευζώνων διατάχθηκαν  να  περάσουν  τον ποταμό και να συνενωθούν με τη Μεραρχία.       

Οι  απώλειες  κατά  τη  διήμερη  μάχη του  Δεμίρ-Ισσάρ ανήλθαν:

Από την Ι Μεραρχία:  Φονευθέντες 4 οπλίτες. Τραυματισθέντες 3 Αξιωματικοί και 72 οπλίτες. Αγνοούμενοι 36 οπλίτες.                                              
Από την VI Μεραρχία:  Φονευθέντες 1 Αξιωματικός  ο Γ.Ε Παπαδόπουλος,  34 οπλίτες.  Τραυματισθέντες  1 Αξιωματικός  και 131 οπλίτες.                                                                                                                                                  
Λάφυρα:  4  τοπομαχικά πυροβόλα,  8 βλητοφόρα,  πλήθος  οβίδων  και  η  αποθήκη  του  Σιδηροδρομικού Σταθμού Σιδηροκάστρου γεμάτη κριθάρι, αλεύρων, ζάχαρης, τυριών κ.λ.π.                     

Η  VII  Μεραρχία  την  ημέρα αυτή,  παρέμεινε  επιτηρούσα  το Στρυμόνα.  Την  προηγουμένη  είχε  αποσταλεί στις Σέρρες συνεργείο του Μηχανικού,  για  την καταστροφή έργων επί της σιδηροδρομικής γραμμής.  Το  συνεργείο  επέστρεψε το πρωί της 27ης Ιουνίου και ανέφερε ότι πουθενά δεν συνάντησε εχθρικά τμήματα,  αλλά προέβη στις καταστροφές,  ενώ  η  πόλη των Σερρών φρουρείται από πολιτοφυλακή, την οποία οργάνωσε ο Μητροπολίτης.                           

Η ωμή όψη του Πολέμου στο Πετρίτσι της Βουλγαρίας σήμερα. Πιθανόν νεκροί της Ταξιαρχίας Ιππικού, μετά την κατάληψη της Στρώμνιτσας    και του Σιδηροκάστρου (26 και 27 Ιουνίου 1913)

                               
Είσοδος Ελληνικού στρατού στο Δεμίρ Ισσάρ-Σιδηρόκαστρο (Αρχείο ΔΙΣ)

Την 28η  Ιουνίου  συνεχίσθηκε  η  προέλαση  των  Ι  και  VI Μεραρχιών, ενώ η VII αποσπάσθηκε από το Τμήμα Στρατιάς Μανουσογιαννάκη. Η Ι  Μεραρχία δια της δυτικής όχθης του Στρυμόνα, χωρίς αντίσταση έφθασε  την  17.00  ώρα  στο χωριό  Μιτνίεβο,  βόρεια  του Πετριτσίου  μέσα  στη  Βουλγαρία,  ενώ  η  VI την 20.00 ώρα, δια του Ρούπελ και χωρίς καμία αντίσταση  στο Μαρικοστένοβο. Οι αναγνωρίσεις της Μεραρχίας αυτής προχώρησαν  πιο  πάνω από το Λιβούνοβο, χωρίς να συναντήσουν τον εχθρό,  ο οποίος  συμπτύχθηκε έγκαιρα βόρεια της Κρέσνας.                  

Η  σιδηροδρομική  και  οδική  γέφυρες  επί  του Στρυμόνα, επισκευάσθηκαν γρήγορα  και  χρησιμοποιήθηκαν  για τη μεταφορά του στρατού  και  των εφοδίων στις επιχειρήσεις,  μέσα  στο  Βουλγαρικό έδαφος.   Αυτή ήταν η μάχη του Δεμίρ - Ισσάρ, η έκβαση της οποίας υποχρέωσε τον εχθρό  να  τραπεί σε άτακτη φυγή,  απελευθερώνοντας  το Σιδηρόκαστρο και ολόκληρο το Νομό Σερρών.

Την 19.00 ώρα της 27ης  Ιουνίου μία Ίλη Ιππικού υπό τον Ανθυπίλαρχο Ιωαννίδη,  έμπαινε  θριαμβευτικά  στο  Σιδηρόκαστρο,  μέσα στο οποίο όμως οι χαρμόσυνοι ήχοι της καμπάνας αντικαταστάθηκαν από το θρήνο  και  το κλάμα  για  τη σφαγή του Μητροπολίτη μαζί με  εκατό και πλέον Σιδηροκαστρινούς, από τα βάρβαρα στίφη του υποχωρήσαντος από το Λαχανά Βουλγαρικού στρατού.                                                                                                                               
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος πριν αναχωρήσει για τη διάσκεψη του Βουκουρεστίου (17-18 Ιουλίου 1913), συζητά στο σιδηροδρομικό σταθμό του Χατζή Μπεϊλίκ (Βυρώνεια) με το Βασιλιά Κωνσταντίνο και τους επιτελείς του τους όρους της Ελληνο-βουλγαρικής συνθήκης ειρήνης,. Η φωτογραφία αυτή, χρησιμοποιήθηκε ως πρότυπο για την επόμενη λιθογραφία.

ΤΟ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΕΙΟΥ
ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΔΕΜΙΡ ΙΣΣΑΡ

Το  Γενικό  Στρατηγείο  για  να  ενημερώσει  την Κυβέρνηση έστειλε το παρακάτω τηλεγράφημα προς το Υπουργείο  των  Στρατιωτικών,  το οποίο  δημοσιεύθηκε  υπό  τύπον  ανακοινωθέντος  σε όλες τις Αθηναϊκές εφημερίδες την 28η Ιουνίου του 1913:

«Μετά την μάχην της Στρωμνίτσης,  έληξε σήμερον με νέαν νίκην των Ελληνικών όπλων  η  από  χθές αρξαμένη μάχη του Δεμίρ- Ισσάρ.  Μέγα μέρος  των ηττηθέντων εις Κιλκίς Βουλγαρικών στρατευμάτων  και  ειδικώς της  Γ΄ Μεραρχίας,  τα  εις  Λαχανάν και Νιγρίτα ηττηθέντα στρατεύματα,  ως  και  πάντα τα υπολειφθέντα εν Σέρραις και Καβάλα, υποχωρήσαντα είχον  συγκεντρωθεί  παρά  το  Δεμίρ-Ισσάρ,  επί  της  αριστεράς  όχθης του Στρυμόνος  και παρά την είσοδον της κλεισωρίας Δερβέντι.                                         

Το Ελληνικό Στρατηγείο στο Σ. Σ Χατζή Μπεϊλίκ (Βυρώνεια).

Το σύνολον  των συγκεντρωθεισών εκεί δυνάμεων ανήρχετο κατά  τους  υπολογισμούς ημών  σε  44  Τάγματα  Πεζικού.  Η  υπό  των Βουλγάρων  εκλεγείσα  τοποθεσία εκτεινομένη ανατολικώς του Στρυμόνος  από  της  σιδηροδρομικής  γεφύρας μέχρι του ρέμματος Κρούσεβα (Κρουσοβίτη),  πλήν  της  φυσικής αυτής ισχύος, είχεν οχυρωθή και  εξοπλισθή  δια  βαρέων  πυροβόλων,  επροστατεύετο  δε δεξιόθεν παρά του Στρυμόνος.  Πλήν όμως της θέσεως αυτής οι Βούλγαροι κατέλαβον δια πεζικού  και  τα  επι της δεξιάς όχθης υψώματα παρά την Βέτριναν.  Ούτως  η είσοδος  της κλεισούρας Δερβέντι εφράσσετο τελείως. Τμήμα Στρατιάς εκ τριών Μεραρχιών  υπό τον Υποστράτηγον Μανουσογιαννάκην είχεν  εντολήν  να καλύπτη το δεξιόν πλευρόν του κατά  της Στρωμνίτσης  επιχειρούντος  Ελληνικού Στρατού  έναντίον πάσης εκ Δεμίρ Ισσάρ  επιθέσεως, ταυτοχρόνως δε να να εκκαθαρίση το μεταξύ των υπωρειών του  όρους  Μπέλεσι  και  της  δεξιάς  όχθης του Στρυμόνος εδάφους παντός εχθρικού τμήματος. Προς τον σκοπόν τούτον  είχε  διατεθεί  μία μεν Μεραρχία προς επιτήρησιν των διαβάσεων του Στρυμόνος  μέχρι  της  λίμνης  Αχινού,  δύο έτεραι συνεκεντρώθησαν παρά το Χατζή Μπεϊλίκ.               Κατά τη χθές  26ην  τρέχοντος τμήματα των Ελληνικών Μεραρχιών επετέθησαν  κατά  των επι της δεξιάς όχθης Βουλγαρικών δυνάμεων και εξετόπισαν αυτάς από του χωρίου Κεσισλίκ. Η προχώρησις όμως του Ελληνικού πεζικού ανεκόπη, καθ’ όσον τα βαρέα πυροβόλα του εχθρού έβαλλον  κατ’ αυτού  εξ απόστάσεως 9 χιλιομέτρων χωρίς το Ελληνικόν πυροβολικόν να δύναται,  ούτε  να  πλησιάση, ούτε ν’ ανταποκριθή εις το πύρ. Ούτως ο αγών διεκόπη αναποφάσιστος. Κατά την χθεσινήν νύκτα όμως,  το  Ελληνικόν  πυροβολικόν επωφελούμενον του σκότους, επλησίασεν εις απόστασιν δραστικής βολής, την δε πρωίαν επανελήφθη η επίθεσις.  Δια  τολμηράς δραστικής και αποφασιστικής προελάσεως  κατόρθωσε το Ελληνικόν πεζικόν να εκτοπίση τον εχθρόν εκ Βέτρινας  και  ν’  απωθήση  αυτόν  πέραν της αριστεράς όχθης του Στρυμόνος. 

Οι  Βούλγαροι  υποχωρήσαντες  επί της αριστεράς όχθης ανετίναξαν  έν  τόξον  της μεγάλης σιδηροδρομικής γεφύρας  και  ούτω  ανέκοψαν  προς  στιγμήν την εφόρμησιν των Ελλήνων. Τα επιτεθέντα τμήματα δεν εδίστασαν, αλλά διηυθύνθησαν μετά ορειβατικού  πυροβολικού  κατά  μήκος  της  δεξιάς  όχθης προς βορράν.  Το τοιούτον εξηνάγκασεν τον Βουλγαρικόν στρατόν να αφήση εν σπουδή τας θέσεις του  και  να εγκαταλείψη 4 βαρέα πυροβόλα, ων τα δύο ταχυβόλα Σνάϊδερ- Καννέ,  πολλά  πυρομαχικά και πλήθος τροφών. Το τμήμα τούτο ανέλαβεν, αμέσως την καταδίωξιν. Μία Μεραρχία  διήλθεν  τον  Στρυμόνα  επί δυσκόλου πόρου και ηκολούθησε καταδιώκουσα επι της αριστεράς όχθης εφ’ ής η αμαξιτή οδός, ετέρα δε ηκολούθησε την δεξιάν όχθην καταδιώκουσα επίσης.                               

Ούτω έληξεν η μάχη αύτη με νέαν υποχώρησιν των Βουλγάρων και νέα λάφυρα.  Καθ’  όν  χρόνον εξελίσσετο, ως  περιεγράφη η μάχη του Δεμίρ-Ισσάρ,  μακραί  φάλαγγες  όλων των όπλων υποχωρήσασαι εξ Ιστίπ κατηυθύνοντο δια Στρωμνίτσης προς Πέτριτς.                        

Κατά των φαλάγγων τούτων  επετέθησαν  αι  επί  των  βορείων προπόδων του Μπέλεσι κατελθούσαι ημέτεραι Μεραρχίαι,  κατόρθωσαν δε κατόπιν αγώνος να διασκορπίσουν τινάς εξ αυτών  και  να  καταλάβουν χθές μέν 5 πυροβόλα,  σήμερον  δε  έτερα 15,  μεθ’ απάντων των βλητοφόρων αυτών.  Ούτως  ο  Ελληνικός  Στρατός έχει σήμερον αντιμέτωπον  και  καταδιώκει  ου  μόνον  την παρ’ αυτού ηττηθείσαν στρατιάν του  Ιβανώφ  αποτελουμένην εκ των Μεραρχιών 3, 6, 10, 11, 13 δυνάμεως 80 Ταγμάτων,  αλλά  και  την 4ην Βουλγαρικήν Στρατιάν, αποτελουμένην εκ των Μεραρχιών 2, 7 και 8, ήτοι 62 Ταγμάτων, υποχωρησάντων σχεδόν αθίκτως  εξ  Ιστίπ  και τα οποία καταδιώκει επίσης ο Ελληνικός Στρατός.                                                                                                                                        
                                                                                                                            Β. ΔΟΥΣΜΑΝΗΣ